Το καρότο, (Daucus carota), είναι φυτό μονοετές ή διετές και ανήκει στην οικογένεια των Σκιαδοφόρων και στην τάξη των Σελινωδών. Καλλιεργείται για τη ρίζα του η οποία είναι σαρκώδης με κωνικό σχήμα και χρώμα πορτοκαλί, κίτρινο ή λευκό ανάλογα με την ποικιλία.

Πού ευδοκιμεί το φυτό του καρότου

Οι διετείς ποικιλίες καρότου καλλιεργούνται σε εύκρατες περιοχές. Τον πρώτο χρόνο του βιολογικού κύκλου το φυτό αναπτύσσεται μόνο βλαστικά σχηματίζοντας το υπέργειο αλλά και το υπόγειο τμήμα του.

Το δεύτερο χρόνο, αφού εκτεθεί σε χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα και υποστεί τη διαδικασία της εαρινοποίησης, αναπτύσσεται και αναπαραγωγικά, δηλαδή ανθίζει και παράγει και το σπόρο.

Το φυτό είναι ευπροσάρμοστο όσον αφορά στις θερμοκρασίες περιβάλλοντος με άριστες όμως συνθήκες αυτές των εύκρατων περιοχών.

Οι ιδανικές θερμοκρασιες είναι αυτές μεταξύ των 15-20οC.

Η αντοχή του φυτού στις χαμηλές θερμοκρασίες είναι αρκετά καλή αλλά έτσι επιβραδύνεται η ανάπτυξή του. Επίσης, θερμοκρασίες υψηλότερες των 21-22οC, αποτελούν ανασταλτικό παράγοντα.

Αναπτύσσεται καλύτερα σε εδάφη βαθιά και μέσης σύστασης, αμμοπηλώδη και πλούσια σε οργανική ουσία με pH 6.5-7.0, με περισσότερο κατάλληλα τα ποτιστικά.

Εποχή σποράς

Η σπορά λαμβάνει χώρα κυρίως Αύγουστο ή Φεβρουάριο-Μάρτιο ή και ολόκληρο το χρόνο. Ο κανόνας είναι σπορά 3-5 μήνες πριν την επιθυμητή ημερομηνία συγκομιδής, αναλόγως της πρωιμότητας της ποικιλίας και τον καιρικών συνθηκών.

Τα σπέρματα τοποθετούνται με τη βοήθεια κοινής σπαρτικής μηχανής μετά από ρύθμιση, σε γραμμές, σε αποστάσεις 30-50, σε βάθος 1 εκατοστού και αποστάσεις φύτευσης πάνω στη γραμμή, 4-7 εκ.

Οι ποσότητες που θα χρειαστούν είναι 500-700 γραμμάρια σπόρου/στρέμμα.

Λίπανση

Σε ένα στρέμμα της καλλιέργειας απαιτούνται 10-15 κιλά Ν σε αμμωνιακή μορφή, 10-15 κιλά P2O5 και 15-20 κιλά Κ2Ο5. Όλη η ποσότητα του P2O5 και του Κ2Ο5 και η μισή ποσότητα του Ν εφαρμόζονται πριν ή κατά τη σπορά. Η υπόλοιπη ποσότητα του Ν, (νιτρική μορφή), εφαρμόζεται σε 2-3 δόσεις, με την πρώτη δόση να εφαρμόζεται όταν οι ρίζες αποκτήσουν μέγεθος μολυβιού (Ντόγρας 1996, Kalia2004).

Η φρέσκη κοπριά αντενδείκνυται για την καλλιέργεια του καρότου διότι προκαλεί παραμορφώσεις των ριζών.

Εποχή συγκομιδής

Η συγκομιδή των φυτών γίνεται 3-5 μήνες μετά τη σπορά και πριν αποκτήσουν το μέγιστο του μεγέθους τους.

Καλλιεργητικές απαιτήσεις

Εν ολίγοις, η φροντίδα του καρότου απαιτεί:

► εδάφη βαθειά, μέσης σύστασης και πλούσια σε οργανική ουσία

► εύκρατα κλίματα

► ποτιστικά χωράφια

► pH εδάφους 6,5-7

Φυτοπροστασία

Τα πιο συνηθισμένα φυτοπροστατευτικά προβλήματα της καλλιέργειας του καρότου είναι τα παρακάτω:

Εχθροί

✔  Agriotis spp. (Σιδηροσκώληκες):

Τα ενήλικα τρέφονται με τα φύλλα και τους τρυφερούς βλαστούς αλλά τη σημαντικότερη ζημιά προκαλούν οι προνύμφες που τρέφονται αρχικά με τους σπόρους στο έδαφος και αργότερα με τα νεαρά σπορόφυτα δαγκώνοντας το λαιμό κοντά στο έδαφος και τις ρίζες. Στους σπόρους τρέφονται με το υποκοτύλιο με αποτέλεσμα να μη βλαστάνουν. Οι προσβεβλημένοι ιστοί μαυρίζουν, ενώ αποτελούν και πηγές εισόδου δευτερογενών μολύνσεων από άλλους παθογόνους μικροοργανισμούς (μύκητες, βακτήρια). Σε έντονη προσβολή το ριζικό σύστημα καταστρέφεται εντελώς και το φυτό κόβεται ή σπάει. Προσβολή των ριζών οδηγεί σε μειωμένη απορρόφηση νερού και θρεπτικών στοιχείων με αποτέλεσμα να φυτά να παραμένουν νάνα και καχεκτικά, να έχουν μειωμένη ανάπτυξη και τελικά να μαραίνονται και να ξηραίνονται υποβαθμίζοντας την ποιότητα και την ποσότητα της παραγωγής

✔ Gryllotalpa gryllotalpa (Κρεμμυδοφάγος):

Τρέφεται με τις ρίζες των φυτών με αποτέλεσμα αυτά να μαραίνονται. Επίσης προκαλεί διαβρώσεις σε κονδυλόριζα και σαρκόριζα φυτά. Οι ζημιές που προκαλεί επιτείνονται από δευτερογενείς μολύνσεις από μικροοργανισμούς.

✔  Helicoverpa armigera (Πράσινο σκουλήκι):

Οι προνύμφες τρέφονται με το έλασμα προκαλώντας τρύπες στα φύλλα, τους μίσχους και τα στελέχη μέχρι την πλήρη καταστροφή των φυτών. Οι προσβεβλημένοι ιστοί αποτελούν πηγές εισόδου για παθογόνους μικροοργανισμούς, μύκητες, βακτήρια, προκαλώντας σήψη των φυτικών ιστών και υποβαθμίζοντας ακόμη περισσότερο την παραγωγή.

✔  Psila rosae (Μύγα του καρότου):

Η ζημιά προκαλείται από τις προνύμφες του εντόμου που τρέφονται με τις ρίζες των σκιαδανθών. Οι προνύμφες του 1ου σταδίου ανάπτυξης τρέφονται με τα ακραία μεριστώματα με αποτέλεσμα τα φυτά να παραμένουν καχεκτικά και νάνα, να κιτρινίζουν, ακόμα και να ξηραίνονται, κυρίως αυτά νεαρής ηλικίας. Η μεγαλύτερη ζημιά προκαλείται από την τροφική δραστηριότητα των προνυμφών 2ου και 3ου σταδίου όπου ανοίγουν στοές στην κεντρική ρίζα ενώ παράλληλα οι πληγές που προκαλούν αποτελούν πηγή εισόδου για δευτερεύοντες παθογόνους μικροοργανισμούς που ολοκληρώνουν την προσβολή προκαλώντας συμπτώματα σήψης. Τα προσβεβλημένα φυτά χάνουν την εμπορική τους αξία και είναι ακατάλληλα για κατανάλωση.

✔  Mamestra brassicae (Σκώρος του λαχάνου):

Οι προνύμφες τρέφονται με τα φύλλα καταστρέφοντας μεγάλο μέρος του ελάσματος και των νεύρων μέχρι την πλήρη καταστροφή/σκελετοποίηση των φυτών. Οι προσβεβλημένοι ιστοί αποτελούν πηγές εισόδου για παθογόνους μικροοργανισμούς, μύκητες, βακτήρια, προκαλώντας σήψη των ιστών και υποβαθμίζοντας ακόμη περισσότερο την παραγωγή.

✔  Meloidogyne spp. (Κομβονηματώδεις):

Οι προνύμφες εισέρχονται στις ρίζες, στον κεντρικό κύλινδρο και τρέφονται από τα αγγειακά παρεγχυματικά κύτταρα. Στις ρίζες σχηματίζονται ακανόνιστα, πεπλατυσμένα φυμάτια με τη μορφή κόμβων ή εξογκωμάτων που δημιουργούνται από την παραγωγή υπερτροφικών κυττάρων του φλοιού των ριζών. Η δημιουργία των εξογκωμάτων οφείλεται στην παραγωγή τοξικών οισοφαγικών εκκριμάτων από τους νηματώδεις που διεγείρουν την παραγωγή γιγαντιαίων κυττάρων στα οποία ζουν ως ενδοπαράσιτα και από τα οποία τρέφονται. Η ένταση των συμπτωμάτων εξαρτάται από τον πληθυσμό και το είδος των νηματωδών και από το είδος και την ευπάθεια του ξενιστή. Οι προσβεβλημένες ρίζες σταματούν να αναπτύσσονται και κοντά στο σημείο προσβολής εκφύονται πολλές πλάγιες ρίζες. Συμπτώματα εμφανίζονται και στο υπέργειο τμήμα των φυτών χωρίς βέβαια να είναι χαρακτηριστικά της προσβολής από νηματώδεις. Λόγω καταστροφής του ριζικού συστήματος τα φυτά δεν απορροφούν τις απαραίτητες ποσότητες νερού και θρεπτικών στοιχείων με αποτέλεσμα να παρατηρείται μειωμένη ανάπτυξη των φυτών, μάρανση, χλώρωση ή και ξήρανση των φύλλων και συνεπώς μειωμένη παραγωγή.

Ασθένειες

✔  Alternaria dauci ( Αλτερναρίωση):

Τα νεαρά φυτάρια που προέρχονται από μολυσμένο σπόρο ξηραίνονται και πεθαίνουν. Στα μεγαλύτερης ηλικίας φυτά, στα παλαιότερα φύλλα, αρχικά εμφανίζονται μικρές, ακανόνιστες, καφέ κηλίδες που αργότερα γίνονται νεκρωτικές, μεγαλώνουν και συνενώνονται, καλύπτοντας μεγάλο μέρος του ελάσματος των φύλλων. Οι προσβεβλημένοι ιστοί κιτρινίζουν και ξηραίνονται, ενώ σε έντονη προσβολή μπορεί να καταστραφεί ολόκληρη η φυλλική επιφάνεια, με αποτέλεσμα τη μείωση της ποιότητας αλλά και της ποσότητας της παραγωγής. Παρόμοια συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν στους μίσχους και τις ανθοταξίες.

✔  Plasmopara nivea (Περονόσπορος):

Στην πάνω επιφάνεια των φύλλων σχηματίζονται κίτρινες, γωνιώδεις κηλίδες, ενώ στην κάτω επιφάνεια, στην περιοχή της κηλίδας, αναπτύσσεται λευκή εξάνθιση που αποτελείται από τα σπόρια του μύκητα. Προοδευτικά οι κηλίδες γίνονται καστανές και ξηραίνονται και τα προσβεβλημένα φύλλα κιτρινίζουν και καταρρέουν. Η ασθένεια αν και εμφανίζεται συχνά, αποτελεί δευτερεύον σημασία για την καλλιέργεια.

✔  Septoria carotae (Σεπτορίωση):

Στα φύλλα εμφανίζονται χλωρωτικές, ακανόνιστες κηλίδες με καστανό περιθώριο. Προοδευτικά οι κηλίδες γίνονται καστανές, νεκρωτικές, μεγαλώνουν και συνενώνονται καταλαμβάνοντας μεγάλο μέρος του ελάσματος των φύλλων. Παρόμοιες κηλίδες εμφανίζονται και στους μίσχους. Πάνω στους προσβεβλημένους ιστούς και στο σπόρο, σχηματίζονται τα μαύρα πυκνίδια του παθογόνου σαν μικρά, μαύρα στίγματα. Οι μολυσμένοι σπόροι παρουσιάζουν μειωμένη βλαστική ικανότητα. Τα προσβεβλημένα φύλλα ξηραίνονται και πεθαίνουν με αποτέλεσμα την υποβάθμιση τόσο της ποσότητας όσο και της ποιότητας της παραγωγής.

✔  Erysiphe umbelliferarum (Ωίδιο):

Τα πρώτα συμπτώματα εμφανίζονται στα παλαιότερα φύλλα ως κίτρινες κηλίδες που καλύπτονται από λευκή εξάνθιση αποτελούμενη από το μυκήλιο και τα σπόρια του παθογόνου. Προοδευτικά η ασθένεια επεκτείνεται και τα νεότερα φύλλα. Τα προσβεβλημένα φύλλα συστρέφονται, παραμορφώνονται και τελικά καταρρέουν. Στην περίπτωση προσβολής από το L. taurica, στην πάνω επιφάνεια των φύλλων εμφανίζονται γωνιώδεις, κίτρινες-χλωρωτικές κηλίδες, ενώ στην κάτω επιφάνεια στην περιοχή των κηλίδων αναπτύσσεται το μυκήλιο και οι καρποφορίες του παθογόνου. Σε έντονη προσβολή τα προσβεβλημένα φυτά μαραίνονται και τελικά ξηραίνονται.

✔  Cercospora carotae (Κερκοσπορίωση):

Στα φύλλα εμφανίζονται ακανόνιστες, καστανές κηλίδες με υπόλευκο κέντρο. Αρχικά οι κηλίδες σχηματίζονται στην περιφέρεια του φύλλου, προκαλώντας καρούλιασμα των άκρεων, ενώ αργότερα μεγαλώνουν και συνενώνονται καλύπτοντας μεγάλο μέρος του ελάσματος. Τα φύλλα κιτρινίζουν και ξηραίνονται. Σε συνθήκες υψηλής υγρασίας στην κάτω επιφάνεια των φύλλων, στην περιοχή των κηλίδων αναπτύσσεται γκρι εξάνθηση που αποτελείται από τα σπόρια του μύκητα. Στους μίσχους και τα στελέχη σχηματίζονται καστανές, επιμήκεις ή γραμμωτές κηλίδες με ανοιχτόχρωμο κέντρο και σκούρο περιθώριο. Προσβολή σε νεαρή ηλικία οδηγεί σε ξήρανση των φυτών, ενώ προσβολή σε μεγαλύτερο στάδιο ανάπτυξης έχει ως αποτέλεσμα την μόλυνση των σπόρων.

✔  Erwinia carotovora subsp. carotovora (Βακτηριακή σήψη του στελέχους):

Στις ρίζες παρατηρείται αρχικά μια καστανή, υδατώδη κηλίδα που γρήγορα μεγαλώνει σε διάμετρο και επεκτείνεται προς το εσωτερικό της ρίζας. Οι προσβεβλημένοι ιστοί γίνονται καστανοί και πολτώδεις. Η προσβολή εξελίσσεται σε μαλακή σήψη καστανού χρώματος που προοδευτικά καταλαμβάνει όλη τη ρίζα και μπορεί να επεκταθεί στους μίσχους και τα στελέχη. Οι προσβεβλημένοι ιστοί καταρρέουν δημιουργώντας κοιλότητες μέσα στη ρίζα και λόγω της έκθεσής τους στον αέρα παίρνουν ένα γκρι ως σκούρο καφέ χρώμα. Μέσα σε 3-5 μέρες από τη μόλυνση η ρίζα μετατρέπεται σε μαλακή, υδατώδη μάζα όπου λόγω δευτερογενών προσβολών από άλλα βακτήρια αναδύεται άσχημη μυρωδιά. Στο υπέργειο τμήμα εμφανίζονται συμπτώματα μαρασμού, τα φύλλα κιτρινίζουν και ξηραίνονται.

✔  Xanthomonas campestris pv. Carotae (Βακτηρίωση):

Στα φύλλα αρχικά εμφανίζονται μικρές, κυκλικές κίτρινες κηλίδες που αργότερα γίνονται επιμήκεις, με σκούρο καφέ προς μαύρο χρώμα και υδατώδη κίτρινο ή χλωρωτικό περιθώριο. Στην περιφέρεια των φύλλων οι κηλίδες έχουν ημισφαιρικό σχήμα ή σχήμα “V”. Προοδευτικά η προσβολή επεκτείνεται και στους μίσχους οι οποίοι γίνονται καφέ και ζαρώνουν, ενώ προσβάλλονται και τα άνθη μολύνοντας το σπόρο. Τα προσβεβλημένα φυτά παραμένουν καχεκτικά και νάνα.

✔  Carrot mottle virus (CMoV) (Ιός της ποικιλοχλώρωσης του καρότου):

Όταν τα φυτά προσβάλλονται σε νεαρή ηλικία παρουσιάζουν νανισμό και μειωμένη παραγωγή, τα φύλλα συστρέφονται, αρχικά κιτρινίζουν και στη συνέχεια παίρνουν ένα κόκκινο χρώμα. Το ριζικό σύστημα δεν αναπτύσσεται σωστά και τα φυτά μπορεί να πεθάνουν. Τα μεγαλύτερης ηλικίας φυτά παρουσιάζουν πιο ήπια συμπτώματα, ενώ σε θερμοκρασίες μεγαλύτερες των 24οC δεν εμφανίζονται συμπτώματα. Συχνά τα συμπτώματα συγχέονται με αυτά που προκαλούνται από έλλειψη θρεπτικών στοιχείων.