Ο τομέας του ελαιολάδου της ΕΕ αναμένεται να αναπτυχθεί σημαντικά μέχρι το 2030, μέσω μιας ετήσιας αύξησης 1,3% στην παραγωγή μέχρι το τέλος της επόμενης δεκαετίας. Σύμφωνα με τη νέα έκθεση της Κομισιόν με εκτιμήσεις για την διαμόρφωση των αγορών και του αγροτικού εισοδήματος την επόμενη δεκαετία.

Κυριαρχούμενη από τέσσερις κύριες χώρες παραγωγής: Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία και Ελλάδα, η παραγωγή ελαιολάδου στην ΕΕ αντιπροσωπεύει σήμερα τα δύο τρίτα της παγκόσμιας παραγωγής. Το 2018/19, αναμένεται να φθάσει τα 2,3 εκατομμύρια τόνους και θα αυξηθεί κατά 1,3% ετησίως κατά την περίοδο προοπτικής. Η παγκόσμια ζήτηση για ελαιόλαδο θα αυξηθεί επίσης, ιδίως στις ασιατικές αγορές. Παράλληλα, η παραγωγική ικανότητα θα αυξηθεί, με αποτέλεσμα την περαιτέρω αύξηση των εξαγωγών της ΕΕ, αύξηση που θα προσεγγίσει το 3,3% ετησίως κατά τη διάρκεια του 2018 – 2030.

Ειδικότερα, η αυξανόμενη ικανότητα παραγωγής και μεταποίησης στον τομέα του ελαιολάδου της ΕΕ αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω την καθαρή εξαγωγική θέση της ΕΕ. Η αύξηση της κατανάλωσης εκτός Ισπανίας, Ιταλίας, Ελλάδας και Πορτογαλίας θα πρέπει να αντισταθμίσει την απώλεια κατανάλωσης στις χώρες αυτές κατά την εξεταζόμενη περίοδο.

Μετά από μια μέση συγκομιδή το 2017/2018, η παραγωγή αναμένεται να αυξηθεί σε σχεδόν 2,3 εκατομμύρια τόνους το 2018/2019, κυρίως λόγω της ανάκαμψης στην Ισπανία. Οι χαμηλότερες τιμές που προκύπτουν θα επιτρέψουν την αύξηση της κατανάλωσης.

Συγκέντρωση του τομέα ελαιολάδου της ΕΕ

Ο τομέας του ελαιολάδου της ΕΕ κυριαρχείται από τέσσερις κύριες χώρες παραγωγής: την Ισπανία, την Ιταλία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα. Συνολικά αντιπροσωπεύουν το 99% της κοινοτικής παραγωγής και τα δύο τρίτα της παγκόσμιας παραγωγής. Το 2016 υπήρχαν περίπου 790.000 ελαιοκαλλιεργητές στην ΕΕ. Ως αποτέλεσμα της αναδιάρθρωσης του τομέα, ένα υψηλότερο ποσοστό γης είναι στα χέρια ενός μικρότερου αριθμού ελαιοκαλλιεργητών (-8% το 2016 σε σύγκριση με το 2005), ενώ η έκταση παρέμεινε σχετικά σταθερή. Οι οικονομίες κλίμακας που προέκυψαν επέτρεψαν σε μεγαλύτερες γεωργικές εκμεταλλεύσεις να επενδύσουν κυρίως σε αρδευτικά συστήματα παραγωγής. Στην Ιταλία και στην Ελλάδα, ο τομέας κυριαρχείται από μικρές γεωργικές εκμεταλλεύσεις (μέχρι 5 εκτάρια). Η διαθεσιμότητα της γης και οι περιορισμοί του τοπίου περιπλέκουν τη διαδικασία συγκέντρωσης στις χώρες αυτές.

Αν και σε χαμηλότερη κλίμακα, οι χώρες εκτός ΕΕ (π.χ. Τυνησία και Τουρκία) αυξάνουν προοδευτικά την παραγωγική τους ικανότητα, ιδίως μέσω της ανάπτυξης αρδευτικών συστημάτων. Μαζί με την υψηλότερη ποιότητα παραγωγής, αυτό οδηγεί σε περισσότερες εξαγωγικές δυνατότητες και αυξανόμενο ανταγωνισμό στην παγκόσμια αγορά.

ADV