Η οικονομική έκθεση της ΕΕ στον τομέα της υδατοκαλλιέργειας του 2018 δείχνει έναν ισχυρό και αναπτυσσόμενο τομέα.
Το 2016, ο τομέας της υδατοκαλλιέργειας της ΕΕ παρήγαγε και πώλησε 1,4 εκατ. τόνους θαλασσινών, αξίας περίπου 5 δισ. ευρώ. Τα κέρδη του τομέα έχουν διπλασιαστεί μεταξύ του 2014 και του 2016. Τα στοιχεία για την απασχόληση καταδεικνύουν ότι οι επιχειρήσεις υδατοκαλλιέργειας παρέχουν όλο και περισσότερες σταθερές ευκαιρίες απασχόλησης.

Η έκθεση παρέχει μια ολοκληρωμένη επισκόπηση των τελευταίων διαθέσιμων πληροφοριών σχετικά με την παραγωγή, την οικονομική αξία, τη δομή και τις ανταγωνιστικές επιδόσεις του τομέα της υδατοκαλλιέργειας σε εθνικό και κοινοτικό επίπεδο για τα έτη 2008 έως 2016.

Ο τομέας της υδατοκαλλιέργειας της ΕΕ ανήλθε σε 1,4 εκατομμύρια τόνους όγκου πωλήσεων και σε 4,9 δισεκατομμύρια ευρώ σε αξία το 2016. Η παραγωγή αυξήθηκε κατά 2,2% ετησίως μεταξύ 2014 και 2016 σε όγκο και κατά 3,1% σε αξία. Το κέρδος σχεδόν διπλασιάστηκε την ίδια περίοδο, φθάνοντας τα 0,8 δις ευρώ. Αυτό σηματοδοτεί ισχυρή ανάκαμψη από το άσχημο έτος 2013 στις περισσότερες μεγάλες χώρες υδατοκαλλιέργειας.

Η ΕΕ φιλοξενεί περίπου 12.500 επιχειρήσεις υδατοκαλλιέργειας, κυρίως μικροεπιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερους από 10 εργαζομένους. Η απασχόληση παρέμεινε σταθερή όσον αφορά το σύνολο των εργαζομένων (73.000), αλλά έχει επεκταθεί σημαντικά σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης: από 36.000 το 2013 σε σχεδόν 44.000 το 2016. Αυτό σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις υδατοκαλλιέργειας παρέχουν πιο σταθερές ευκαιρίες απασχόλησης.

Αυτή η θετική τάση είναι πιθανό να συνεχιστεί. Καθώς οι επενδύσεις είναι σημαντικά υψηλότερες από τις υποτιμήσεις, ο τομέας έχει μια θετική αντίληψη για τη μελλοντική του εξέλιξη.

Μεγάλες διαφορές μεταξύ των κρατών μελών και των υποτομέων

Ο τομέας της υδατοκαλλιέργειας της ΕΕ διακρίνει τρεις υποτομείς: παραγωγή θαλασσινών, οστρακοειδών και γλυκών υδάτων. Με κύκλο εργασιών 2.731 εκατ. ευρώ, η θαλάσσια υδατοκαλλιέργεια είναι η μεγαλύτερη, ακολουθούμενη από παραγωγή οστρακοειδών (1.134 εκατ. ευρώ) και γλυκού νερού (1.028 εκατ. ευρώ). Τα κυριότερα είδη που παράγονται σε αξία είναι ο σολομός του Ατλαντικού, η ιριδίζουσα πέστροφα και η ευρωπαϊκή λαβράκι.

Η παραγωγή της ΕΕ κυριαρχείται από πέντε χώρες: Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Ελλάδα, Ιταλία και Ισπανία. Αυτές οι χώρες, με έσοδα από 550 εκατ. ευρώ έως 1.100 εκατ. ευρώ, αντιπροσωπεύουν περίπου το 75% του συνολικού όγκου παραγωγής.

Στον τομέα της θάλασσας, το Ηνωμένο Βασίλειο είναι ο κυριότερος παραγωγός σολομού (91% της συνολικής αξίας), ενώ η Ελλάδα είναι ο κύριος παραγωγός φραγκοσυκιών και λαβρακιού (47% της συνολικής αξίας). Στον τομέα των οστρακοειδών, η Γαλλία παράγει το 86% των στρείδι και η Ισπανία οδηγεί σε μύδια, καλύπτοντας το 45% του όγκου. Η Ιταλία είναι ο κυριότερος παραγωγός αιγών (80%).

Μέχρι στιγμής τα πιο συχνά εκτρεφόμενα είδη γλυκού νερού είναι η πέστροφα. Η Ιταλία (19%), η Δανία (17%) και η Γαλλία (14%) αναλαμβάνουν ηγετικό ρόλο. Ο κάπρος είναι ένα άλλο σημαντικό είδος, ειδικά για την Ανατολική Ευρώπη: την Πολωνία (24%), την Τσεχική Δημοκρατία (23%) και την Ουγγαρία (14%).

Επίσης, όσον αφορά τους μέσους μισθούς, υπάρχουν ισχυρές περιφερειακές διαφορές. Ο μέσος ετήσιος μισθός το 2016 ήταν 25.000 ευρώ ετησίως, που αντιστοιχεί σε ετήσια αύξηση 3,5% από το 2014. Ωστόσο, οι ονομαστικοί μισθοί κυμαίνονται από λιγότερο από 3.000 ευρώ ετησίως στη Βουλγαρία έως περίπου 65.000 ευρώ ετησίως στην Ολλανδία ή τη Δανία.

ADV