Τα κρίσιμα μεγέθη είναι αυτά που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν στην ελληνική παραγωγή ελιάς Καλαμών αναγνωρισιμότητα στις διεθνείς αγορές και μαζί με αυτήν, τις υψηλές τιμές που ανταποκρίνονται άλλωστε και στο αυξημένο κόστος παραγωγής της στη χώρα συγκριτικά με ανταγωνίστριες χώρες που αυξάνουν συνεχώς την πίεση.

Συνεπώς, ένα σύστημα που θα λειτουργεί ως ομπρέλα και θα καλύπτει τη συνολική παραγωγή της ελιάς Καλαμών οραματίζονται οι συντελεστές του κλάδου της μεταποίησης και της εμπορίας, όπως αυτό συζητήθηκε σε ειδική ημερίδα με θέμα «Επιτραπέζια Ελιά – Βήματα συγχρονισμού στην αλυσίδα υπεραξίας», που διοργάνωσε η Διεπαγγελματική Οργάνωση Επιτραπέζιας Ελιάς (ΔΟΕΠΕΛ) υπό την αιγίδα του Επιμελητηρίου Λακωνίας το Σάββατο 30 Μαρτίου, στην αίθουσα του Επιμελητηρίου στο Γύθειο.

Βασικό συμπέρασμα της ημερίδας ήταν ένας δίκαιος συμβιβασμός ανάμεσα σε παραγωγούς και μεταποιητές, κατά τον οποίο “οι παραγωγοί μπορούν να κάνουν λίγο ποιοτικότερα προϊόντα και η μεταποιητική βιομηχανία να πληρώνει λίγο καλύτερα τους παραγωγούς”, όπως σχολίασε ο συντονιστής της συζήτησης, εκδότης και διευθυντής της Agrenda, Γιάννης Πανάγος.

Όπως αναφέρθηκε στην συζήτηση, οι εξαγωγές επιτραπέζιων ελιών, εξασφαλίζουν την εισαγωγή πλέον των 350 εκατ. ευρώ ετησίως, με την χώρα να διατηρεί έναν ηγετικό ρόλο στις διεθνείς αγορές, όμως χωρίς την εξασφάλιση μεγάλων και κρίσιμων μεγεθών, είναι δύσκολο για ένα προϊόν “να χτυπήσει” μεγάλες αγορές, και η επιτραπέζια μαύρη φυσική ελιά Καλαμών δεν αποτελεί εξαίρεση. Η επιχειρηματική δυναμική της ελιάς Καλαμών, της οποίας η παραγωγή αναμένεται να ξεπεράσει τους 100.000 τόνους μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια, σύμφωνα με εκτιμήσεις του οικοδεσπότη προέδρου της ΔΟΕΠΕΛ, Γιώργου Ντούτσια, εφόσον η παραγωγή είναι ποιοτική, αφήνει μεγάλα περιθώρια κέρδους. Σε αυτήν την ενίσχυση του ενδιαφέροντος της επιχειρηματικής κοινότητας συνομολογεί άλλωστε και το γεγονός ότι το τελευταίο διάστημα πυκνώνουν οι ενημερωτικές ημερίδες και εκδηλώσεις που στόχο έχουν την ατσάλωση του αισθήματος ευθύνης που έχουν οι παραγωγοί για την εξασφάλιση ποιοτικών τελικών προϊόντων αλλά και την παροχή εξειδικευμένης γνώσης σε αυτούς από την επιστημονική κοινότητα προς την κατεύθυνση αυτή, όπως σχολίασε σε δηλώσεις του ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης.

Πρόβλημα ποιοτικό στο ελληνικό μοντέλο παραγωγής για τους μεταποιητές και εμπόρους αποτελεί σύμφωνα με τον κ. Ντούτσια και η μετασυλλεκτική διαδικασία, η οποία ορισμένες φορές μειώνει με όρους ποιότητας την συλλογική προσπάθεια των συντελεστών του κλάδου εν γένει. “Από μια μέση παραγωγή 50- 65 χιλιάδες τόνους στην Καλαμών, η ποσότητα των ελιών που μπαίνουν στην άλμη από τους παραγωγούς με παραδεκτά ποιοτικά χαρακτηριστικά, δεν υπερβαίνει το 50%”, υποστήριξε ο κ. Ντούτσιας. Εφόσον η μεταποίηση ξεκινά από τα χέρια του παραγωγού, στο συγκεκριμένο προϊόν, η έλλειψη τεχνογνωσίας της επεξεργασίας αλλά και δομών, όποτε οι παραγωγοί επιχειρούν να αποθηκεύσουν το προϊόν τους προκειμένου να εξασφαλίσουν υψηλότερες τιμές, μειώνουν την ποιότητα της πρώτης ύλης ενώ παράλληλα γίνονται εμπόδιο στο κομμάτι της ιχνηλασιμότητας, κάτι στο οποίο δίνεται ιδιαίτερη έμφαση από τους καλοπληρωτές αγοραστές. Αυτό συμβαίνει γιατί, όπως υποστήριξε ο ίδιος, εφόσον η αγορά στόχος είναι καταναλωτές με υψηλό εισόδημα, δεδομένου ότι αυτοί είναι και πιο αυστηροί Φέρνοντας ως παράδειγμα την παραγωγή κρασιού, ο κ. Ντούτσιας υποστήριξε πως ο βιολογικός κύκλος της ζύμωσης είναι παρόμοιος με αυτόν της ελιάς και για τον λόγο αυτό, θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται με την ίδια αυστηρότητα και σοβαρότητα η μετασυλλεκτική επεξεργασία της πρώτης ύλης. “Φανταστείτε έναν εξαγωγέα κρασιού να παρασκευάζει τις παρτίδες του, αγοράζοντας και αναμειγνύοντας κρασιά από τα βαρέλια του κάθε μικρού και μεσαίου παραγωγού που διαθέτει στο σπίτι του”, είπε ο κ. Ντούτσιας, θέλοντας να τονίσει πως όταν οι Έλληνες μεταποιητές και έμποροι δεν διαθέτουν ένα προϊόν με σταθερά οργανοληπτικά χαρακτηριστικά, λόγω της ανομοιομορφίας, θα δυσκολευτούν να βρουν σοβαρούς αγοραστές που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν τις τιμές που απαιτεί το ελληνικό προϊόν. “Η δομή της μετασυλλεκτικής διαδικασίας αποτελεί σημαντικό πρόβλημα και είναι απαραίτητη η μεταρρύθμιση της δομής αυτής. Όσο σημαντικό είναι το πρόβλημα, άλλο τόσο σημαντική είναι και η προσέγγιση της μεταρρύθμισης και χρειάζεται μελέτη και διαβούλευση από τους παραγωγούς, τους μεταποιητές και την πολιτεία”, είπε.

Η ημερίδα στόχο είχε την ανάδειξη της ποιοτικής αναβάθμισης ενός προϊόντος που κατά ποσοστό 90% εξάγεται, όπως υποστήριξε ο πρόεδρος της ΠΕΜΕΤΕ, Νέλλος Γεωργούδης. “Η επιτραπέζια ελιά καλαμών δεν μπορεί να είναι η φθηνότερη, αλλά δυστυχώς το κόστος καλλιέργειας στην Ελλάδα είναι ακριβότερο από αυτό της Ισπανίας και άλλων χωρών”, συνέχισε ο ίδιος, ορίζοντας το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίχθηκε η συζήτηση της ημερίδας.

Πράγματι λίγο νωρίτερα, ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Σταύρος Αραχωβίτης, στον χαιρετισμό που απηύθυνε, αναφέρθηκε στην συζήτηση της εξωτερικής σύγκλισης των ενισχύσεων της ΚΑΠ, που απασχολεί το τελευταίο διάστημα τους Ευρωπαίους ομολόγους του, λέγοντας πως το υψηλό κόστος παραγωγής στην Ελλάδα είναι αναπόφευκτο λόγω της ιδιαίτερης μορφολογίας και εξέλιξης του αγροτικού τομέα εδώ. Όπως εξήγησε, μια ενιαία, κοινή στρεμματική ενίσχυση θα ευνοούσε μόνο χώρες που εμφανίζουν το κεντροευρωπαϊκό παραγωγικό μοντέλο, αυτό των μεγάλων εκμεταλλεύσεων με την μαζική παραγωγή. Η εξασφάλιση όμως υψηλών επιδοτήσεων ανά εκτάριο στην Ελλάδα, αποτελεί μονόδρομο για την διασφάλιση της ποικιλομορφίας της παραγωγής. Αν και η κατακερματισμένη παραγωγή της χώρας, αποτελεί υπό το πρίσμα αυτό μειονέκτημα, η έμφαση στον πλούτο της ποικιλομορφίας της παραγωγής, φέρνει σε πλεονεκτική θέση την χώρα. “Δεν γίνεται και δεν θέλουμε άλλωστε μεγάλες γεωργικές εκμεταλλεύσεις. Εμείς θέλουμε το παραγώμενο προϊόν να διασφαλίζει ένα επαρκές και αξιοπρεπές εισόδημα στον Έλληνα αγρότη για να είναι βιώσιμος”, ανέφερε χαρακτηριστικά ο υπουργός.

Ένας ψεκασμός στην άνθιση και ένας στο καρπίδιο για το γλοιοσπόριο

Για το γλοιοσπόριο δεν είναι αρκετά τα χαλκούχα, οι 2 “παραδοσιακοί ψεκασμοί”. Χρειάζονται νέα όπλα, ανέφερε με αφορμή ερώτηση παραγωγού ο Βασίλης Γούναρης, Γενικός Διευθυντής BASF Ελλάδος. Όπως έχουν δείξει τα πειράματα, οι στρομπιλουρίνες είναι μια ομάδα δραστικών ουσιών με μεγάλη αποτελεσματικότητα κατά του γλοιοσπορίου, όταν εφαρμόζονται με ανοιξιάτικους ψεκασμούς. Το Insignia WG είναι η μοναδική στρομπιλουρίνη με άδεια για το γλοιοσπόριο. Πρόκειται για ένα προϊόν της BASF που υπόσχεται επιτυχή καταπολέμιση των περισσοτέρων στελεχών του γλοιοσπορίου, με δύο ψεκασμούς, έναν στην άνθηση και έναν στο καρπίδιο, σε συνδιασμό με άλλα κατάλληλα προϊόντα.

Ο κ. Γούναρης τόνισε τη στρατηγική σημασία της ελιάς για τη χώρα και σε αυτό το πλαίσιο μίλησε για πρότυπους αγρούς οι οποίοι είναι επισκέψιμοι από το κοινό, που έχει δημιουργήσει η BASF σε συνεργασία με άλλες εταιρείες και φορείς. Στοχεύουν στην ανάδειξη της βέλτιστης φυτοπροστασίας και διαχείρισης της ελιά, αλλά και στην αειφορεία, με στόχο πάντα την αύξηση της ποιότητας της παραγωγής και την πιστοποίησή της. Ο Δημήτρης Σέρβης – Τεχνική ανάπτυξη – υποστήριξη προϊόντων φυτοπροστασίας της BASF Ελλάδος, ανέφερε στην ομιλία του πως στους αγρούς αυτούς εφαρμόζεται το ολοκληρωμένο πρόγραμμα φυτοπροστασίας της BASF, ολοκληρωμένη διαχείριση στην άρδευση κάνοντας χρήση αισθητήρων BOSS, ορθολογική λίπανση, και νέα συστήματα παγίδευσης σε συνεννόηση με τις ΔΑΟΚ για το δάκο. Σκοπός είναι η επίδειξη, η πιστοποίηση αλλά και η αναμετάδοση του διασφαλισμένα καλού αποτελέσματος, δηλαδή της ποσότητας και της υψηλής ποιότητας ελιάς και λαδιού που μπορεί να έχει ο παραγωγός αν εφαρμόσει ένα ολοκληρωμένο σύστημα καλλιέργειας. Αποδεικνύεται ακόμη, σύμφωνα με τον κ. Σέρβη, πως το ώφελος της καλής ποιότητας και ποσότητας της τελικής παραγωγής υπερβαίνει κατά πολύ το κόστος της ολοκληρωμένης διαχείρισης.

Στο θέμα της αποτελεσματικότητας της δημόσιας δακοκτονίας, παρατήρησε ο κ. Γούναρης, πως ενώ όντως χρειαζόμαστε δολωματικούς ψεκασμούς, όπως είχε υποστηρίξει και ο κ. Παρασκευόπουλος, αυτοί πρέπει να αλλάξουν για να έχουμε καλό αποτέλεσμα. Ενώ τα προϊόντα κατά του δάκου προστατεύουν για ένα μήνα, τα ελκυστικά με τα οποία συνδιάζονται δρουν για δύο μέρες, μειώνοντας δραστικά το τελικό αποτέλεσμα. Η BASF καταβάλει προσπάθειες συνεχούς βελτίωσης των ελκυστικών μέσω έρευνας και έχει στα χέρια της προϊόντα που μπορούν να έχουν δράση μέχρι και 20 ημέρες. Χρειάζεται συνεχής μελέτη σε συνεργασία με πανεπιστήμια και άλλους φορείς για την αειφορία της ελιάς, τις σωστές τοποθεσίες εγκατάστασης των καλλιεργειών, την επέκταση της επιτραπέζιας ελιάς αλλά και όσα αφορούν τις στρατηγικές διάθεσης των προϊόντων στην αγορά.

Όσον αφορά το κόστος παραγωγής, ο κ. Γούναρης απαντώντας σε ερωτήσεις κοινού ανέφερε πως τα εργατικά αποτελλούν το μεγαλύτερο μέρος και ακολουθούν οι εισροές, οι οποίες θα μπορούσαν να μειωθούν με ορθολογική χρήση. Παρ’ όλα αυτά η ελιά πάντα θα είναι ακριβή να παραχθεί, γι’ αυτό πρέπει να δοθεί σημασία στην ποιότητα, για μεγάλη αύξηση του κέρδους.

ADV