Εκατοντάδες αιτήσεις υποβάλλονται υποβάλλονται κάθε χρόνο από ενδιαφερόμενους παραγωγούς αμπελιού, οι οποίοι διεκδικούν μερίδιο από το 1% που δικαιούται η Ελλάδα σε νέες άδειες φύτευσης.

Οι περισσότερες αιτήσεις υποβάλλονται από την Περιφέρεια Θεσσαλίας και ιδιαίτερα από τον Δήμο Τυρνάβου. Το οινοποιήσιμο αμπέλι κερδίζει συνεχώς έδαφος στην περιοχή, λόγω και της δυναμικής που έχει ο Οινοποιητικός Συνεταιρισμός Τυρνάβου. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι οι τιμές που δόθηκαν φέτος στους αμπελοκαλλιεργητές ήταν αυξημένες κατά 10 λεπτά / κιλό.

Το 2019, με βάση πληροφορίες της εφημερίδας “Ελευθερία” από τον Οινοποιητικό Συνεταιρισμό Τυρνάβου, 100 περίπου οινοπαραγωγοί ζήτησαν άδεια φύτευσης για 1.200 στρέμματα, με το ΥΠΑΑΤ να ικανοποιεί αιτήματα για 500 στρ. Κάποιοι θεωρούν ότι ικανοποιήθηκε το ενδιαφέρον της επαρχίας, ωστόσο σύμφωνα με τον πρόεδρο του Συνεταιρισμού, Χρήστο Τσιτσιρίγκο «θα μπορούσε να ικανοποιηθεί μεγαλύτερο μέρος των ενδιαφερομένων, καθώς άλλες περιοχές με λιγότερες αιτήσεις κέρδισαν περισσότερα στρέμματα. Αυτό συμβαίνει γιατί οι άδειες εξετάζονται σε επίπεδο Περιφέρειας, ενώ θα έπρεπε να δίνονται σε επίπεδο νομού, για πιο αντικειμενική διανομή. Το αίτημα αυτό διαβιβάσαμε στον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξη Μάκη Βορίδη, στην πρόσφατη επίσκεψή μας στην Αθήνα, ενώ επιπλέον ζητήθηκε να δημιουργηθεί ένα εθνικό απόθεμα για τα μη καλλιεργούμενα στρέμματα, ώστε αυτά να μην χάνονται από τη χώρα. Αίτημα που εξετάζεται θετικά από την ηγεσία του ΥΠΑΑΤ».

Να σημειωθεί ότι ο Δήμος Τυρνάβου λόγω της πιστοποιημένης ποικιλίας που χρησιμοποιεί, προηγείται στον εθνικό κατάλογο σε ποσοστό 1%, ενώ διαθέτει και τον μεγαλύτερο αμπελώνα της χώρας.

Ενόψει της έκδοσης νέων αδειών φύτευσης την άνοιξη, στην επαρχία Τυρνάβου παρατηρείται μεγάλη κινητικότητα, από νέους κυρίως παραγωγούς που προσπαθούν να μπούνε στο παιχνίδι του οινοποιήσιμου αμπελιού. Βέβαια τα πράγματα είναι δύσκολα για τους νεοεισερχόμενους, καθώς δύσκολα αποκτούν δικαιώματα τα οποία θα τους εντάξουν σε μια από τις βασικές κατηγορίες που δίνουν μόρια για νέες άδειες. Οι βασικές κατηγορίες είναι το σύνολο των οινοποιήσιμων στρεμμάτων να κυμαίνεται από 5-50 στρ., να εφαρμόζουν πρόγραμμα Ολοκληρωμένης Διαχείρισης ή Βιολογικής καλλιέργειας και η συμπεριφορά του παραγωγού να είναι ορθή (να υποβάλει ετήσιες αιτήσεις καλλιέργειας, να ακολουθεί σωστή καλλιεργητική τακτική, κ.λπ.). Η μόνη λύση γι’ αυτούς είναι η ποικιλία «Μοσχάτο» που χρησιμοποιείται τόσο στο επιτραπέζιο σταφύλι, όπου δεν απαιτείται άδεια, όσο και στο οινοποιήσιμο.

Όσον αφορά στην καλλιέργεια που φαίνεται να θυσιάζεται, για να φυτεύσουν οι παραγωγοί οινοποιήσιμο αμπέλι, αυτή είναι η ροδακινιά. Στην επαρχία Τυρνάβου, πριν από 5 χρόνια υπήρξαν μαζικές φυτεύσεις ροδακινιών –και με προτροπή τοπικών βιομηχανιών- χωρίς τα προσδοκόμενα αποτελέσματα. Υπενθυμίζεται πως τα τελευταία 3 χρόνια είναι δύσκολα για τους παραγωγούς επιτραπέζιου ροδάκινου, καθώς πολλοί είχαν απώλεια εισοδήματος από τις ζημιές που οφείλονταν στις χαλαζοπτώσεις, ενώ λόγω του ρωσικού εμπάργκο οι τιμές κυμάνθηκαν σε χαμηλά επίπεδα. Ωστόσο, γεωπόνοι της περιοχής συνιστούν ψυχραιμία στους παραγωγούς, να μην προχωρούν σε βιαστικές κινήσεις, όπως έπραξαν όταν φύτευσαν μαζικά ροδάκινα και να υλοποιήσουν ένα μακρόπνοο σχέδιο αναδιάρθρωσης των καλλιεργειών τους.