Η αύξηση των ελάχιστων φορολογικών συντελεστών της ΕΕ για τη φορολογία καπνού, είχε αντίκτυπο μόνο σε λίγα κράτη μέλη, τα οποία είχαν πολύ χαμηλά ποσοστά φορολογίας, με τον αριθμό των καπνιστών στην Ένωση να εξακολουθεί να είναι υψηλός. Χαρακτηρισιτκό είναι ότι το 26% του συνολικού ενήλικου πληθυσμού της ΕΕ και το 29% των νέων ευρωπαίων, ηλικίας 15-24 ετών, καπνίζουν.

Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα έκθεσης της ΕΕ  για την αξιολόγηση των κανόνων της ΕΕ για τη φορολόγηση του καπνού (Οδηγία 2011/64 / ΕΕ του Συμβουλίου για τη διάρθρωση και τους συντελεστές των ειδικών φόρων κατανάλωσης που εφαρμόζονται στα βιομηχανοποιημένα καπνά). Σύμφωνα με την αξιολόγηση, η εμφάνιση νέων προϊόντων, όπως τα ηλεκτρονικά τσιγάρα, τα θερμαινόμενα προϊόντα καπνού και άλλα νέα εθιστικά προϊόντα, “αποκαλύπτουν τα όρια του ισχύοντος νομικού πλαισίου”.

Η έκθεση υπογραμμίζει ότι, παρόλο που οι ισχύοντες κανόνες λειτουργούν ικανοποιητικά όσον αφορά την προβλεψιμότητα και τη σταθερότητα των φορολογικών εσόδων των Κρατών Μελών, δεν είναι πλέον τόσο αποτελεσματικοί στην αποτροπή της κατανάλωσης. Στο σημείο αυτό υπογραμμίζεται ο κεντρικός ρόλος που έχει η φορολογία στη μείωση της κατανάλωσης καπνού, σύμφωνα με την έναρξη του ευρωπαϊκού προγράμματος για την καταπολέμηση του καρκίνου.

Όπως σημειώνεται, οι διαφορές τιμών μεταξύ των κρατών μελών αποτελούν επαρκές οικονομικό κίνητρο για ακούσια υψηλά επίπεδα διασυνοριακών αγορών, καθώς η μέση τιμή ενός πακέτου τσιγάρων μπορεί να κυμαίνεται από 2,57 έως 11,37 ευρώ.

Τέλος η Κομισιόν εκτιμά ότι απαιτείται μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις πτυχές του ελέγχου του καπνού, συμπεριλαμβανομένης της δημόσιας υγείας, της φορολογίας, της καταπολέμησης του παράνομου εμπορίου και των περιβαλλοντικών ανησυχιών.