Ενόψει της μεγαλύτερης διεθνούς έκθεσης οίνου και αποσταγμάτων στον κόσμο, την Prowein, που θα πραγματοποιηθεί στο Ντύσσελντορφ το διάστημα 15-17 Μαρτίου 2020, το Γραφείο ΟΕΥ της Ελλάδας στην εν λόγω πόλη, απέστειλε έρευνα για την αγορά οίνου στη Γερμανία. Σύμφωνα με αυτήν, και όπως δείχνουν τα στοιχεία της Γερμανικής Στατιστικής Υπηρεσίας, οι εξαγωγές οίνου της χώρας μας προς τη Γερμανία, το 2018, αυξήθηκαν κατά 1,6% σε αξία, αλλά μειώθηκαν κατά 5% σε όγκο σε σχέση με το 2017. Αντίθετα,  στις  γερμανικές  εξαγωγές  οίνου  προς την  Ελλάδα σημειώθηκε πτώση τόσο ως προς την αξία όσο και ως προς τον όγκο συγκριτικά με το προηγούμενο έτος.

Σύμφωνα με την έρευνα, οι ελληνικές εξαγωγές οίνου κατευθύνονται σε χώρες με έντονο το ελληνικό στοιχείο  (Γερμανία,  ΗΠΑ,  Καναδάς,  Αυστραλία).  Στις  περισσότερες περιπτώσεις οι εισαγωγείς είναι ομογενείς χονδρέμποροι και ο μεγαλύτερος όγκος του προϊόντος αγοράζεται από τους ομογενείς των χωρών αυτών, καθώς και από τα εκεί ελληνικά εστιατόρια. Αναφορικά με τη Γερμανία, το γεγονός ότι, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, το επίπεδο των ελληνικών εστιατορίων παραμένει πολύ χαμηλό σε σύγκριση με την  ανταγωνίστρια  Ιταλία,  τόσο  ως  προς  το  μενού,  όσο  και  προς  τους παράγοντες στήσιμο/διακόσμηση/ατμόσφαιρα, δεν βοηθάει στην προώθηση των ποιοτικών ελληνικών οίνων. Τη στιγμή, που υπάρχουν δημοσιεύματα στον γερμανικό τύπο (πρόσφατα στο έγκυρο περιοδικό DerSpiegel), τα οποία εκθειάζουν την γαστρονομική σκηνή της Αθήνας, τίποτα αντίστοιχο δυστυχώς δεν υπάρχει στη Γερμανία.

Επιπλέον, το γεγονός ότι στα περισσότερα τουριστικά μέρη της Ελλάδας δεν έχει γίνει εκτενώς πιστοποίηση εστιατορίων (με εξαιρέσεις, όπως αυτή της Κρήτης), κάτι που θα οδηγούσε και στην εκ των πραγμάτων αναβάθμιση της κάβας τους, έχει ως αποτέλεσμα η επαφή του μέσου Γερμανού τουρίστα με την ελληνική κουζίνα και τον ελληνικό οίνο να μην αφήνει τις καλύτερες δυνατές εντυπώσεις. Έτσι, τουρίστες που θα μπορούσαν να είναι δυνητικοί αγοραστές  ελληνικού  κρασιού  άμα  τη επιστροφή  στη  χώρα  τους,  δεν αναζητούν τελικά το ελληνικό προϊόν στη γερμανική αγορά, όπως συμβαίνει με αυτό των ανταγωνιστριών χωρών.

Από την άλλη πλευρά, η δομή του λιανεμπορίου οίνου στη Γερμανία, με τα supermarkets  να κατέχουν τη μερίδα του λέοντος, σε  συνδυασμό  με  το γεγονός  ότι  οι  Γερμανοί  είναι  ως  καταναλωτές ευαισθητοποιημένοι στο θέμα της τιμής και στην πλειοψηφία τους ψάχνουν τις φθηνότερες εναλλακτικές, έχει ως αποτέλεσμα τα ελληνικά προϊόντα είτε να  μη  βρίσκουν  τη  θέση  τους  στα  ράφια  των supermarkets,  είτε  να τοποθετούνται αρχικά ως επώνυμα και στη συνέχεια ως προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας.