Την έρευνα δημοσιοποίησε το Γραφείο Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της Πρεσβείας της Ελλάδος στη Μαδρίτη. Σύμφωνα με αυτή, η Ισπανία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παραγωγούς φρούτων και λαχανικών παγκοσμίως. H χώρα είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας της Ευρώπης και, εντός των τριών πρώτων, σε παγκόσμιο επίπεδο με την Κίνα και τις Η.Π.Α. Το μερίδιο της Ισπανίας στο συνολικό παγκόσμιο εμπόριο φρέσκων φρούτων και λαχανικών αντιπροσωπεύει περίπου το 12%. Αντίστοιχα, στην Ευρώπη αποτελεί τον μεγαλύτερο παραγωγό φρούτων και λαχανικών και ευθύνεται για το 25% της συνολικής ευρωπαϊκής παραγωγής.

Περί τα 1,75 εκατομμύρια εκτάρια γης καλλιεργούνται με φρούτα και λαχανικά, η πλειοψηφία των οποίων βρίσκεται στην Κοινότητα της Ανδαλουσίας και της Βαλένθια.

Σχετικά με την οικονομία της Ισπανίας, η καλλιέργεια φρούτων και λαχανικών απορροφά το 29% του συνόλου της γεωργικής παραγωγής. Επιπλέον, το 25% των εργαζομένων στον αγροτικό τομέα απασχολείται στις εν λόγω καλλιέργειες και υπολογίζεται ότι οι άμεσα εργαζόμενοι του τομέα ξεπερνούν τους 202.000, στους οποίους πρέπει να προστεθούν ακόμη 100.000, οι οποίοι απασχολούνται έμμεσα στον κλάδο.

Επιπλέον, το 50% της παραγωγής προορίζεται για εξαγωγές, αποτελώντας συνεπώς έναν σημαντικό τομέα για την οικονομική ανάπτυξη της Ισπανίας.

Ιστορική Αναδρομή

Η ιστορία της καλλιέργειας λαχανικών ξεκινάει από τα αρχαία χρόνια για την Ισπανία. Έως και την περίοδο του 8ου αιώνα, δεν υπήρξαν σημαντικές αλλαγές στην τεχνολογία. Με την άφιξη όμως των Αράβων, η γεωργία αναπτύχθηκε σημαντικά, καθώς εισήλθαν νέοι τρόποι καλλιέργειας και νέα προϊόντα, όπως το βαμβάκι, το ρύζι, το πορτοκάλι και το καρπούζι.

Στη συνέχεια, την εποχή των κατακτήσεων, έφθασαν στην Ισπανία νέα φρούτα και λαχανικά, τα οποία είναι ιδιαίτερα σημαντικά για τη σύγχρονη κουζίνα της χώρας. Το καλαμπόκι, η πιπεριά και τα φασόλια αφομοιώθηκαν σε μικρό χρονικό διάστημα από τους ντόπιους, ενώ αντίθετα για την πατάτα και την τομάτα, η αφομοίωση ήρθε πιο δύσκολα.

Στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, μεσολάβησε η κατάσχεση από το ισπανικό κράτος των αγροτικών εκτάσεων, τις οποίες στη συνέχεια πώλησε σε ιδιώτες. Συνεπώς, η γη μεταφέρθηκε από την εκκλησία στους πλούσιους μεγαλογαιοκτήμονες της εποχής.

Από τα μέσα του 20ου αιώνα, η παραγωγή ξεκίνησε να μεταβάλλεται και να εξελίσσεται ενώ οι πωλήσεις ξεκινούν να γίνονται εθνικές και διεθνείς. Τη δεκαετία του ’50, ξεκινά η χρήση πιο εξελιγμένων μέσων καλλιέργειας, όπως του τρακτέρ, των λιπασμάτων κοκε. Παράλληλα, όμως, λόγω της βιομηχανοποίησης της οικονομίας της Ισπανίας, το αγροτικό εργατικό δυναμικό μειώνεται αισθητά, ενώ πλέον ο αγροτικός τομέας χάνει τα πρωτεία στη συμβολή του ΑΕΠ.

Τέλος, η είσοδος της Ισπανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση έδωσε επιπλέον βοήθεια στον τομέα και μετέβαλλε τις ισχύουσες διαδικασίες. Έκτοτε, η ισπανική γεωργία βελτιώνεται και τα τελευταία χρόνια έχει στραφεί εντονότερα στις βιολογικές καλλιέργειες καθώς και σε πιο οικολογικές μεθόδους παραγωγής.

Συγκριτική σπουδαιότητα του κλάδου

Η καλλιέργεια φρούτων και λαχανικών είναι ύψιστης σημασίας για την οικονομία της χώρας. Οι μεγαλύτερες ποσότητες προορίζονται για εξαγωγή, δεδομένης της τεράστιας εσωτερικής παραγωγής. Ο συγκεκριμένος κλάδος των φρούτων και των λαχανικών είναι ο σημαντικότερο κλάδος της γεωργίας στην Ισπανία, καθώς το 29% αυτής αφορά τα φρούτα και τα λαχανικά.

Επιπλέον, σημαντικό είναι το μερίδιο των εργαζομένων που απασχολούνται στον συγκεκριμένο τομέα, καθώς περισσότερα από 202.000 άτομα εργάζονται άμεσα σε αυτόν, ενώ 100.000 επιπλέον εργάζονται σε θέσεις που σχετίζονται έμμεσα με τον κλάδο, όπως της συσκευασίας κοκε.

Παράλληλα, ο συνολικός τζίρος από το εμπόριο λαχανικών και φρούτων ξεπερνά τα 6,6 δις ευρώ, ποσό το οποίο είναι πολύ υψηλότερο από τα έσοδα που πραγματοποιούνται μέσω της πώλησης ιχθυηρών και θαλασσινών (4,3 δις ευρώ) ή του κρέατος (2,89 δις ευρώ).

Εν κατακλείδι, παρόλο που ο τομέας της γεωργίας δεν έχει την ίδια βαρύτητα με τον τομέα των υπηρεσιών και της βιομηχανίας, πολλές οικογένειες εξαρτώνται από τις υφιστάμενες καλλιέργειες και ιδίως σε περιοχές, όπου η παραγωγή είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Παράλληλα, οι μεγάλες ποσότητες εξαγωγών φρούτων και λαχανικών προσδίδουν στο κράτος και στην Ισπανία επιπλέον κύρος επί του παγκόσμιου εμπορίου καθώς και στη διαφήμιση των διατροφικών τους συνηθειών και προϊόντων, ενισχύοντας την εικόνα της χώρας στο εξωτερικό.

Δείτε αναλυτικά την έρευνα ΕΔΩ