Τροποποιήσεις στο κυρωτικό (ρυθμιστικό) νομοθετικό πλαίσιο επιβολής διοικητικών κυρώσεων του τομέα των τροφίμων [ν.4235/11.02.2014 (Α’32)], με αξιοσημείωτη την «εκτίναξη προς τα πάνω» του χρηματικού ύψους των προστίμων για συγκεκριμένες μη συμμορφώσεις .

Οι μη συμμορφώσεις σχετίζονται με:

α) ην παραπλανητική επισήμανση, παρουσίαση και διαφήμιση των τροφίμων που αφορούν ειδικά στον προσδιορισμό του τόπου παραγωγής, προέλευσης ή μεταποίησης των τροφίμων (30.000 ως 300.000 ευρώ), (ν. 4691/2020, άρθρο 27, παρ.2).

β) την από πρόθεση παραποίηση στη σήμανση της χώρας καταγωγής, του τόπου μεταποίησης ή παραγωγής ή προέλευσης των προϊόντων και τη χρήση ενδείξεων Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (Π.Ο.Π.), Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης (Π.Γ.Ε.), Εγγυημένων Παραδοσιακών Ιδιότυπων Προϊόντων (Ε.Π.Ι.Π.) και ενδείξεων βιολογικών προϊόντων (ν. 4691/2020, άρθρο 28, παρ.1α)

γ) την μη τήρηση, κατόπιν προθέσεως, των ειδικών προδιαγραφών παραγωγής, διάθεσης, επισήμανσης, παρουσίασης και διαφήμισης των ανωτέρω Π.Ο.Π., Π.Γ.Ε., Ε.Π.Ι.Π. ή των βιολογικών προϊόντων

(ν. 4691/2020, άρθρο 28, παρ.1β)

δ) δόλιες αθέμιτες πρακτικές κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφων, χρήσης πλαστών ή παραποιημένων εγγράφων ή ακόμη και αντιποίησης της ταυτότητας μιας επιχείρησης με σκοπό την κυκλοφορία-διάθεση μη συμμορφούμενων προϊόντων (ν. 4691/2020, άρθρο 28, παρ.1γ).

Αναφορικά με τις αλλαγές στο ύψος του προστίμου, επισημαίνεται ότι η παραγωγή και διάθεση νοθευμένων τροφίμων μετά από διαπίστωση της αρμόδιας αρχής, τιμωρείται πλέον με διοικητικό πρόστιμο χρηματικού ύψους από 15.000 έως 80.000€ (από 500-30.000€ που ήταν πρώτα) ενώ η παραπλανητική επισήμανση, παρουσίαση και διαφήμιση των τροφίμων που αφορούν ειδικά στον προσδιορισμό του τόπου παραγωγής, προέλευσης ή μεταποίησης, όπως έχει ήδη αναφερθεί επισύρει την επιβολή χρηματικού προστίμου εύρους 30.000-300.000€ (έναντι του κυμαινόμενου ποσού από 500 μέχρι 30.000€ που ίσχυε πριν για όλες τις περιπτώσεις παραπλάνησης των καταναλωτών).

Συνιστάτε, λοιπόν, σε όλες τις μονάδες παραγωγής, τυποποίησης συσκευασίας, μεταποίησης και αποθήκευσης, στις επιχειρήσεις εισαγωγής, εξαγωγής, ενδοκοινοτικής διακίνησης και τελικής διάθεσης στην εσωτερική αγορά (επιχειρήσεις χονδρικού και λιανικού εμπορίου) τροφίμων φυτικής προέλευσης καθώς και σε όλους τους παραγωγούς-εμπόρους και επαγγελματίες πωλητές λαϊκών αγορών που διαθέτουν προς πώληση νωπά ή μεταποιημένα τρόφιμα φυτικής προέλευσης στο υπαίθριο εμπόριο, να επιστήσουν την προσοχή τους στην τήρηση των απαιτήσεων επισήμανσης της κείμενης ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας των τροφίμων με ιδιαίτερη έμφαση στην ορθή αναγραφή της χώρας καταγωγής ή του τόπου παραγωγής ή μεταποίησης ή προέλευσης των προϊόντων αλλά και στην ορθή χρήση των γεωγραφικών ενδείξεων Π.Ο.Π., Π.Γ.Ε., Ε.Π.Ι.Π. και των ενδείξεων βιολογικών προϊόντων, στις ετικέτες επισήμανσης των διακινούμενων τροφίμων.

Συνήθη φαινόμενα παραπλάνησης των καταναλωτών συνιστούν: 1) τα κρούσματα ελληνοποιήσεων εισαγόμενων αγροτικών προϊόντων 2) η εσκεμμένη απόκρυψη του πραγματικού τόπου προέλευσης ενός τροφίμου ελληνικής προέλευσης όταν υπάρχει διασύνδεση της περιοχής που παράγεται με φαινόμενα περιβαλλοντικής επιβάρυνσης γνωστά στο ευρύ κοινό 3) η καταπάτηση εμπορικού σήματος και πνευματικής ιδιοκτησίας σε διακινούμενα τρόφιμα και πιο συγκεκριμένα η παράνομη χρήση επώνυμων αυτοκόλλητων ετικετών φρούτων σε διακινούμενους, στο υπαίθριο εμπόριο, καρπούς αμφιβόλου προελεύσεως 4) ο σφετερισμός της εταιρικής ταυτότητας (brand name) επώνυμης εταιρείας παραγωγής τροφίμων 5) η διακίνηση τροφίμων με απομίμηση της συσκευασίας γνωστού οίκου παραγωγής-τυποποίησης και παραποίηση του ονόματός του 6) η πώληση προϊόντων ως ΠΟΠ, ΠΓΕ, ΕΠΙΠ χωρίς να δικαιούνται τη χρήση των ανωτέρω γεωγραφικών σημάτων κλπ.

 Η σκοπούμενη παραπλάνηση του καταναλωτή που αφορά σε μετάδοση εσφαλμένων πληροφοριών σχετικά με το τρόφιμο, προσδίδουσα σε αυτό προστιθέμενη αξία, αλλά και η νοθεία, ως άλλη μορφή παραπλάνησης, υπό την έννοια της αλλοίωσης της σύστασης ενός τροφίμου με σκοπό την επιδίωξη οικονομικού οφέλους, με τις όποιες αρνητικές επιπτώσεις δύναται να επιφέρει στην ασφάλειά του ή στη διατροφική του αξία, επισύρουν πέραν των διοικητικών και ποινικές κυρώσεις οι οποίες επίσης τροποποιούνται ως ακολούθως:

1) Για νοθευμένα τρόφιμα: φυλάκιση τουλάχιστον (3) τριών μηνών ή χρηματική ποινή σύμφωνα με τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικά ενώ εάν αποδειχθεί μετά από τεκμηρίωση ότι τα νοθευμένα τρόφιμα είναι ταυτόχρονα και επιβλαβή για την ανθρώπινη υγεία, τότε επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον (3) τριών ετών και ανάλογη χρηματική ποινή σε εφαρμογή πάντα του Ποινικού Κώδικα (ν. 4691/2020, άρθρο 29, παρ.1).

2) Για τα επιβλαβή για την ανθρώπινη υγεία τρόφιμα: φυλάκιση τουλάχιστον (6) έξι μηνών ή χρηματική ποινή σύμφωνα με τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικά, εκτός αν προβλέπεται μεγαλύτερη ποινή από άλλες κείμενες διατάξεις  (ν. 4691/2020, άρθρο 29, παρ.2).

3) Για τρόφιμα που προκύπτουν από παράνομη ανάμειξη τροφίμων διαφορετικών ποιοτήτων: φυλάκιση ή χρηματική ποινή σύμφωνα με τις

διατάξεις του Ποινικού Κώδικά (ν. 4691/2020, άρθρο 29, παρ.3)

4) Για τρόφιμα με κρούσματα παραπλάνησης ως προς την ορθή προέλευση ή που εμφανίζονται να προστατεύονται από συστήματα γεωγραφικών ενδείξεων χωρίς να δικαιούνται τη χρήση των ενδείξεων αυτών: φυλάκιση τουλάχιστον (2) ετών και χρηματική ποινή από εκατό (100) έως τριακόσιες εξήντα (360) ημερήσιες μονάδες, ύψους από δέκα (10) έως εκατό (100) ευρώ έκαστη (ν. 4691/2020, άρθρο 29, παρ.4).

 Επίσης, με διάταξη του αρμόδιου Εισαγγελέα δύναται να επιτρέπεται η δημοσίευση των στοιχείων των κατηγορούμενων ή καταδικασθέντων για τα ανωτέρω αδικήματα με σκοπό τη συμπλήρωση στοιχείων της ανάκρισης ή/και την προστασία των καταναλωτών και της δημόσιας υγείας.

Εν κατακλείδι, η ορθή παροχή πληροφοριών στα τρόφιμα οδηγεί σε υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας και των συμφερόντων των καταναλωτών και αποτελεί τη βάση για να επιλέγουν σωστά οι τελικοί καταναλωτές, να είναι ενήμεροι και να κάνουν ασφαλή χρήση των τροφίμων, με ιδιαίτερη έμφαση στους υγειονομικούς, οικονομικούς, περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και δεοντολογικούς παράγοντες».