Η πρώτη τεκμηριωμένη αναφορά για την παραγωγή της φέτας, ήταν στην Ελλάδα, τον 8ο αιώνα π.χ. η τεχνολογία που περιγράφεται στην ομήρου οδύσσεια, για να παρόχθιε αυτό το τυρί από πρόβειο και κατσικίσιο γάλα, είναι στην πραγματικότητα παρόμοιε με τη μέθοδο, που οι σύγχρονοι βοσκοί χρησιμοποιούν.

Ως δημοφιλής, στην αρχαία Ελλάδα, το τυρί φέτα ήταν ζωτικής σημασίας για την ελληνική γαστρονομία. Ωστόσο, αυτό που θεωρούμε φέτα σήμερα, για πρώτη φορά καταγράφηκε στη βυζαντινή αυτοκρατορία, με την επωνυμία «prosphatos» που σημαίνει «φρέσκο». Η αποθήκευση και εμπορία της, εντός άλμης, αργότερα εξηγήθηκε από έναν ιταλό επισκέπτη στο νησί της Κρήτης.

Η φέτα, υπήρξε μια πηγή, ώστε ένα κομμάτι των νομικών, να μάχεται, τις τελευταίες δεκαετίες. Όντος της ευρωπαϊκής ένωσης, η Δανία, παρασκεύασε κι αύτη ένα τύπου τυρί που αποκαλούσε «φέτα», αλλά το έκανε από ασπρισμένο αγελαδινό γάλα. Από το 2002, που σηματοδοτείται η επίλυση της υποθέσεως αυτής, η ΕΕ θεώρει τον ορό «φέτα» ως, η «προστατευόμενου προϊόντος καταγωγής, την Ελλάδα.

Μια άλλη πρόσφατη συμφωνία του 2013 μεταξύ της ΕΕ και του Καναδά προστατεύει την ονομασία φέτα στο να μην την χρησιμοποιήσουν, εκτός και αν αναφέρεται σε πρόβειο τυρί, από κατσικίσιο γάλα που εισάγεται από την Ελλάδα. Οι καναδοί παρασκευαστές, καλούνται σήμερα να ονομάσουν ένα παρόμοιο προϊόν τους, ως τύπου φέτα.

Αυτές οι διαφορές προέρχονταν, κυρίως, από το επιχείρημα, ότι οι συγκεκριμένες φυλές προβάτων και αιγών στην Ελλάδα, είναι αυτές που δίνουν στην πραγματική φέτα, το διακριτικό άρωμα και τη γεύση του.