Κυνηγοί των χαμένων… τοπικών παραδοσιακών ποικιλιών οπωροφόρων δέντρων έγιναν ερευνητές ευρωπαϊκού έργου, οι οποίοι ξεχύθηκαν σε ορεινές περιοχές της βόρειας Ελλάδας για να ανακαλύψουν οπωρώνες σε εγκαταλελειμμένους οικισμούς και απομονωμένα αιωνόβια δέντρα σε παλιά χωράφια, αυλές και δρόμους, με σπάνιες ποικιλίες! Στην εξόρμησή τους, έσωσαν στην κυριολεξία ποικιλίες που βρήκαν ακόμη και σε ένα μόνο δέντρο, κατέγραψαν πάνω από 800 δέντρα, τα οποία ανήκουν σε τοπικές, παραδοσιακές ποικιλίες οπωροφόρων δέντρων, όπως αχλαδιές, κερασιές, βυσσινιές, δαμασκηνιές, μηλιές, κυδωνιές, ροδιές, συκιές και αναβίωσαν 40 απ’ αυτές τις ποικιλίες σε φυτώρια με 5000 δενδρύλλια.

 «Ecovariety» είναι ο τίτλος του έργου που έχει στόχο τη διάσωση και ανάδειξη αυτοφυών καρποφόρων θάμνων και τοπικών παραδοσιακών ποικιλιών οπωροφόρων δέντρων και υλοποιείται από το Ινστιτούτο Γενετικής Βελτίωσης και Φυτογενετικών Πόρων – ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ, το Τμήμα Τεχνολόγων Γεωπόνων του ΤΕΙ Ηπείρου, την εταιρία περιβαλλοντικών μελετών «Συστάδα Ο.Ε.», τα φυτώρια Agriherb και Ε. Βίτσιος και την εταιρία πληροφορικής Verus+ Ο.Ε.

Στο πλαίσιο του έργου διερευνήθηκαν και εντοπίστηκαν θέσεις οπωρώνων, εγκαταλελειμμένων ή καλλιεργούμενων, σε 8 οικολογικά σημαντικές ορεινές περιοχές της χώρας: την Οροσειρά Ροδόπης, τα Πιέρια Όρη, το ορεινό τόξο της Αλμωπίας, τον Γράμμο, την περιοχή Βιτσίου – Πρεσπών, το Εθνικό Πάρκο Βόρειας Πίνδου, τα Τζουμέρκα και τα Θεσπρωτικά όρη.

 «Δρώντας ως… εξερευνητές, μεταβήκαμε στις περιοχές και με τη βοήθεια των ντόπιων καλλιεργητών, των προέδρων των τοπικών Κοινοτήτων, ψάξαμε για ντόπιες ποικιλίες. Όλοι ήξεραν, για παράδειγμα, κάποια «παλιά δέντρα» με καρπούς πιο εύγευστους και αρωματικούς από τις σύγχρονες, εμπορικές ποικιλίες», εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο βιολόγος Νίκος Νικήσιανης από τη «Συστάδα».

Μυρωδάτα μήλα και αχλάδια

Μήλα «Καρλάτ» από τα χωριά της Αριδαίας, αχλάδια «Ματρούνα» από τα Πομακοχώρια της Ροδόπης, μήλα Ζίμτσκα από τη Μύκη, κυδωνόμηλα και «Μολυβάδες» από τη Βούρμπιανη του Γράμμου, «Αρβανίτικα» μήλα από το Ελατοχώρι, «τούρκικες» μηλιές από την Καλύβα της Ξάνθης, «Ζούπαβα» από τη Λάγκα, δαμάσκηνα «Μπέλα Σλίβα» από τις Θέρμες, μήλα «Μπλακνταβίτσα» από την κοιλάδα του Λαδοποτάμου είναι μερικά παραδείγματα από τις εκατοντάδες τοπικές, παραδοσιακές ποικιλίες οπωροφόρων δέντρων που καταγράφηκαν στα βουνά της βόρειας Ελλάδας από την ομάδα έργου του «Ecovariety».

 «Προσπαθήσαμε πολύ να καταγράψουμε τις ποικιλίες με τις ντόπιες ονομασίες, όπου αυτό ήταν εφικτό. Δυστυχώς, πολλά ορεινά χωριά που σώζονται ντόπιες ποικιλίες, έχουν εγκαταλειφθεί αλλά υπάρχουν ακόμα καλλιεργητές οι οποίοι, αναγνωρίζοντας σε αυτές τις ποικιλίες ένα κομμάτι της παράδοσής τους, προσπαθούν να τις διατηρήσουν με δικά τους μέσα», είπε ο κ. Νικήσιανης.

 Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι κοινότητες των Πομάκων που διατήρησαν την παρουσία και τις παραδοσιακές αγροτικές δραστηριότητες τους και οι ερευνητές μπόρεσαν να εντοπίσουν συγκεκριμένες ποικιλίες, με τα ονόματα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους.

Η μηλιά στην αυλή του οργανοπαίχτη

Όπως καταγράφεται στην ιστοσελίδα του έργου, η μηλιά ήταν μάλλον το αγαπημένο δέντρο των ορεινών και ημιορεινών κοινοτήτων και η παραδοσιακή οικονομία είχε καταφέρει να διακρίνει και να διατηρήσει πολλές διαφορετικές ποικιλίες μηλιάς.

 «Κατά την επιτόπια έρευνα που κάναμε στο πλαίσιο του έργου Ecovariety, καταγράψαμε πάνω από 400 δέντρα, τα οποία ανήκουν σε παλιές, τοπικές, παραδοσιακές και μη, ποικιλίες. Τα περισσότερα δέντρα που καταγράφηκαν ήταν πολύ μεγάλης ηλικίας, ορισμένα μεγαλύτερης και από έναν αιώνα. Πολλά βρίσκονται πια στο όριο της βιωσιμότητάς τους, καθιστώντας την ανάγκη για τη διάσωση και διατήρηση των αντίστοιχων ποικιλιών πιο επιτακτική από ποτέ», αναφέρει ο κ. Νικήσιανης.

Μεταξύ άλλων, ξεχωρίζουν τα μήλα «Καρλάτ» από τα χωριά της Αριδαίας, ποικιλία από την οποία κατάφεραν να βρουν, ύστερα από έρευνα, δύο μόνο δέντρα, τις «τούρκικες» μηλιές από την Καλύβα της Ξάνθης, οι οποίες χρονολογούνται χρόνια πριν από το 1922, όταν οι πρόγονοι των σημερινών κατοίκων τις βρήκαν στα χωριά που μετοίκησαν, τα μήλα Ζίμτσκα και Εμπάλκα, μικρό δείγμα της ποικιλότητας που έχουν καταφέρει να διατηρήσουν οι Πομάκοι καλλιεργητές, τα «Αρβανίτικα» μήλα από το Ελατοχώρι, γνωστά για το άρωμά τους αλλά σήμερα σχεδόν εξαφανισμένα.

«Επίσης, τα μήλα “Καλιφόρνια” στον Ακρίτα Φλώρινας, τα οποία σύμφωνα με τη μαρτυρία, έφερε κατά το 1930 μετανάστης από τις ΗΠΑ και η αρωματική ποικιλία “Ρενέτα” στη Βούρμπιανη του Γράμμου, διατηρημένη σ’ ένα δέντρο στην αυλή του τελευταίου μεγάλου οργανοπαίχτη που μένει στο χωριό και έχει γυρίσει όλο τον κόσμο, όπως μας είπε», τονίζει ο κ. Νικήσιανης.

Τα φυτώρια της διάσωσης

Η έρευνα μετά τον εντοπισμό των δέντρων, που κράτησε περίπου δύο χρόνια, συνεχίζεται στα εργαστήρια, όπου γίνεται γενετική ταυτοποίηση των φυτών που επιλέχθηκαν και αναλύονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των καρπών τους. Ταυτόχρονα, τα συνεργαζόμενα φυτώρια αναπαράγουν 5000 δενδρύλλια από 40 περίπου επιλεγμένες ποικιλίες, συμβάλλοντας έτσι άμεσα στη διάσωση των συγκεκριμένων ποικιλιών.

Τα αποτελέσματα της έρευνας είναι ελεύθερα διαθέσιμα στη διαδραστική εφαρμογή (Eco Variety App), όπου καταγράφονται οι παραδοσιακές ποικιλίες οπωροφόρων δέντρων από τη βόρεια Ελλάδα.

Για τους ερευνητές, η αξιοποίηση τοπικών, παραδοσιακών και αυτοφυών ποικιλιών, κυρίως για προϊόντα υψηλής διατροφικής και εμπορικής αξίας, «αποτελεί μία αξιόλογη απάντηση στις εντοπισμένες αδυναμίες της ελληνικής αγροτικής παραγωγής, όπως ο ορεινός και ημιορεινός χαρακτήρας μεγάλου ποσοστού των διαθέσιμων εκτάσεων, του μικρού μεγέθους των γεωργικών εκμεταλλεύσεων και του χαμηλού ποσοστού της αρδεύσιμης γης».

 «Από αυτή τη σκοπιά, η επανένταξη τέτοιων ποικιλιών, καλά προσαρμοσμένων στις ιδιαίτερες συνθήκες των ορεινών και ημιορεινών περιοχών της βόρειας Ελλάδας, μπορεί να προσφέρει μία διέξοδο στους τοπικούς παραγωγούς, συμβάλλοντας στην αντιμετώπιση του προβλήματος της εγκατάλειψης της αγροτικής παραγωγής και της απερήμωσης των ορεινών κοινοτήτων».