Μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία βιώνει ο κλάδος της μελισσοκομίας, με τις τιμές παραγωγού να κατρακυλούν, τη ζήτηση να μειώνεται όλο και περισσότερο και σε αρκετές περιπτώσεις τους μελισσοκόμους να πληρώνονται από τις εταιρείες με επιταγές ακόμα και ένα χρόνο μετά.

Άλλη μια επίπτωση της κρίσης είναι ότι προτείνεται η πληρωμή των παραγωγών όχι με μετρητά, αλλά σε μελισσοκομικά εφόδια και μάλιστα όχι για το σύνολο του ποσού, αλλά για το 30% της συνολικής αξίας και για τα υπόλοιπα χρήματα προτείνεται η εξόφλησή τους κάποια στιγμή στο… απώτερο μέλλον.

Η πανδημία κατάφερε συντριπτικό χτύπημα στον κλάδο που έχει φτάσει στα όριά του την τελευταία δεκαετία, με τους μελισσοκόμους να βλέπουν τα προϊόντα τους να παραμένουν απούλητα και τους καταναλωτές να στρέφονται σε πολύ φτηνές επιλογές, αμφιβόλου ποιότητας, που διατίθενται από τα ράφια των σούπερ μάρκετ.

Κοινή ομολογία όλων είναι ότι αν δεν υπάρξει δραστική κρατική ενίσχυση στην ελληνική μελισσοκομία τη φετινή χρονιά, θα είναι πολύ αμφίβολη η επιβίωση των επαγγελματιών του κλάδου.

Σύμφωνα με στοιχεία που συνέλεξε το agro24.gr μιλώντας με έμπειρους μελισσοκόμους και τυποποιητές, οι τιμές παραγωγού στην αγορά διαμορφώνονται, κατά μέσο όρο, ως εξής:

Για τα ανθόμελα η ανώτερη τιμή είναι τα 2,80 ευρώ το κιλό. Η χαμηλότερη κυμαίνεται στα 2 ευρώ και αφορά τα μέλια β’ ποιότητας καθώς και την παραγωγή της περσινής χρονιάς. Η τιμή για το μέλι από πορτοκάλι κυμαίνεται στα 2,10 με 2,80 ευρώ το κιλό, ενώ για το μέλι από βαμβάκι και ηλίανθο περίπου στα 2,20 το κιλό.

Σε ό,τι αφορά τα μελιτώματα οι τιμές διαμορφώνονται μεταξύ 3,40 ευρώ το κιλό και 4,30 ευρώ, με τις εταιρείες που είχαν σταματήσει τις αγορές το φθινόπωρο να ξαναμπαίνουν στο παιχνίδι τα Χριστούγεννα προσφέροντας τιμές γύρω στα 4 ευρώ. Αρκετοί πάντως ήταν οι παραγωγοί τους προηγούμενους μήνες που αναγκάστηκαν να πουλήσουν πεύκο εξαιρετικής ποιότητας στα 3,40 ευρώ το κιλό.

Περνώντας στο θυμαρίσιο μέλι, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι η παραγωγή το 2020 ήταν αρκετά περιορισμένη – με εξαίρεση την Κρήτη. Εδώ οι τιμές παραγωγού κυμαίνονται περίπου στα 5,50 με 6 ευρώ το κιλό.

Οι παραπάνω τιμές, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν επαρκούν να καλύψουν ούτε τα έξοδα παραγωγής, τη στιγμή που οι αγορές σε μελισσοκομικά εφόδια αυξάνονται συνεχώς και λόγω κλιματολογικών συνθηκών. Ένα μεγάλο «αγκάθι» είναι και η τιμή του πετρελαίου είναι ασύμφορη για τους μελισσοκόμους που διαθέτουν επαγγελματικά οχήματα.

Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στο agro24.gr παλιός μελισσοκόμος «Η αγορά διαμορφώνεται από τη δυναμική του πορτοφολιού των καταναλωτών. Και αυτή τη στιγμή το μέλι είναι χαμηλά στις καθημερινές προτεραιότητές τους, καθώς πλέον φροντίζουν να καλύπτουν τις βασικές ανάγκες σε τρόφιμα και όχι τις δευτερεύουσες όπως το μέλι».

Οι κυριότερες αιτίες της κατάρρευσης

Τι ήταν όμως αυτό που οδήγησε τα προηγούμενα χρόνια σε κατάρρευση των τιμών; Οι λόγοι είναι πολλοί, με την δεκαετή οικονομική κρίση να εξανεμίζει τα διαθέσιμα εισοδήματα και να οδηγεί σε φτηνότερες εναλλακτικές, με τα σούπερ μάρκετ να τοποθετούν στα ράφια μέλια στην τιμή των 4 ευρώ.

Η πίεση που ασκήθηκε από το κανάλι της λιανικής ήταν τεράστια, με αποτέλεσμα να κάνουν την εμφάνισή τους εισαγόμενα μέλια αμφίβολης ποιότητας, κάτι που μαρτυρούν οι έλεγχοι του ΕΦΕΤ και τα πρόστιμα που κατά καιρούς επιβάλλονται στα μέλια «μαϊμούδες».

Την ίδια στιγμή η συγκέντρωση της αγοράς στα χέρια λίγων παικτών δημιουργεί συνθήκες οικονομικής ασφυξίας στον κλάδο των μελισσοκόμων, καθώς αναγκάζονται να διαθέσουν την παραγωγή τους σε πολύ χαμηλές τιμές.

Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε παραγωγός, «οι λίγες αυτές εταιρείες έχουν το πάνω χέρι και εμείς αναγκαζόμαστε να ακολουθούμε. Οι τυποποιητές αγοράζουν μέλι με δύο ευρώ και στη συνέχεια διοχετεύεται στην αγορά στην τιμή των 6 με 6,50 ευρώ».

Οι ελληνοποιήσεις είναι μια ακόμα μάστιγα του κλάδου, με αθρόες εισαγωγές φτηνών μελιών από τρίτες χώρες και κυρίως από την Κίνα, ακόμα και στην τιμή του 1 ευρώ το κιλό.

Τα μέλια αυτά μέσω Βουλγαρίας, αλλά και άλλων βαλκανικών χωρών εισάγονται στη χώρα μας και βαφτίζονται ελληνικά και στη συνέχεια διοχετεύονται στα ράφια των σούπερ μάρκετ, στα ζαχαροπλαστεία, τους φούρνους, τους χώρους εστίασης, αλλά και τις τουριστικές μονάδες.

Πηγή: agro24.gr