Με κεντρική κατεύθυνση την παραγωγή και διάθεση ποιοτικών τροφίμων κινείται η Βιοαγρός, η οποία αποτελεί έναν από τους κύριους παίκτες στην αγορά βιολογικών προϊόντων στην Ελλάδα με παρουσία από το 1990. Ταυτόχρονα αποκομίζει περίπου το 30% των πωλήσεών της από τις εξαγωγές.

Όπως επισημαίνει ο ιδρυτής της Κώστας Παπαδόπουλος, γεωπόνος και βιοκαλλιεργητής ο ίδιος «δεν θα μας ενδιέφερε σε καμία περίπτωση να ασχοληθούμε με κάτι που προέρχεται από διαδικασία μαζικής παραγωγής. Είναι μία λογική που ακολουθούμε επί σειρά ετών, ενώ και εγώ είμαι αγρότης, γνωρίζοντας όλες τις ιδιαιτερότητες και τις δυσκολίες της παραγωγής».

Ιδιόκτητες εγκαταστάσεις και θερμοκήπια, συμβολαιακή με τους παραγωγούς

Η Βιοαγρός διατηρεί ιδιόκτητες εγκαταστάσεις με προϊόντα όπως είναι οι λωτοί, τα βερίκοκα, ακτινίδια, βερίκοκα θερμοκήπια για ντομάτα, αγγουράκι, φυλλώδη, ενώ έχει και σημαντικές εκτάσεις υπαίθριων καλλιεργειών. Διατηρεί σχέσεις με τους παραγωγούς, συνάπτοντας συμβάσεις συμβολαιακής γεωργίας μαζί τους, οι οποίες όπως λέει ο κύριος Παπαδόπουλος εκτός από το τυπικό μέρος μίας σύμβασης, στηρίζονται και από την άτυπη συμφωνία που απορρέει από την μακροχρόνια συνεργασία των δύο πλευρών.

Επί του παρόντος συνεργάζεται με περίπου 300 παραγωγούς βιολογικών προϊόντων σε πανελλαδική βάση. «Πρόκειται για συνεργάτες μας, τους οποίους συναντάω εγώ προσωπικά έναν προς έναν και διατηρούμε προσωπική σχέση με όλους. Η δουλειά είναι κομμάτι της ζωής μας και όχι μία επιχειρηματική δραστηριότητα για να βγάλουμε χρήματα. Επί της ουσίας τα βιολογικά δεν προσφέρουν σημαντικά κέρδη, καθώς τα χρήματα που θα βγάλει ένας συμβατικός παραγωγός θα τα βγάλει και ένας παραγωγός βιολογικών».

Ο κύριος Παπαδόπουλος εξηγεί ότι οι βιοκαλλιεργητές έρχονται αντιμέτωποι με υψηλότερα λειτουργικά κόστη «δεδομένου ότι δεν ραντίζουν με χημικά, γεγονός που θα επιφέρει απώλειες στην παραγωγή όπως είναι φυσιολογικό. Οι συγκεκριμένες απώλειες μετατρέπονται σε κόστος παραγωγής, το οποίο επηρεάζει την κερδοφορία».

Παραγωγοί από τη Σπάρτη έως την Ορεστιάδα

Συνεργάζεται με παραγωγούς σε περιοχές από τη Σπάρτη έως και την Ορεστιάδα. Συγκεκριμένα, προμηθεύεται κηπευτικά από την Κρήτη, πορτοκάλια από το Αίγιο, την Κόρινθο, την Άρτα, το Μεσολόγγι, την Ηλεία, γάλα από την περιοχή της Πέλλας, στην οποία διατηρεί την έδρα της η εταιρεία. «Προμηθευόμαστε κατά κύριο λόγο κατσικίσιο γάλα για τα προϊόντα που παράγουμε και μικρότερες ποσότητες πρόβειου», σημειώνει ο κύριος Παπαδόπουλος.

Εξετάζοντας τις παραμέτρους που θα οδηγήσουν την Βιοαγρός να επιλέξει παραγωγούς, επισημαίνει πως «όταν έχουν στήσει τη ζωή τους και την παρουσία τους στο ίδιο πλαίσιο αρχών που διέπει και εμάς, τότε θα συνεργαστούμε μαζί τους. Αυτό σημαίνει ότι πρώτα απ’ όλα επιλέγουμε συνεργάτες με βάση τον χαρακτήρα και την αποτελεσματικότητά τους στη δουλειά. Γιατί υπάρχουν παραγωγοί που μπορεί να διαθέτουν ένα καλό προϊόν, αλλά σε ανθρώπινο επίπεδο είναι αδύνατον να συνεργαστεί κανείς μαζί τους, γεγονός που μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στη συνεργασία. Επίσης υπάρχουν και άνθρωποι που είναι συνεννοήσιμοι αλλά δεν μπορούν να παράξουν προϊόν. Επομένως επιλέγουμε όλους τους υπόλοιπους, οι οποίοι δεν υπερβαίνουν το 5% του συνόλου της παραγωγικής βάσης στην Ελλάδα»

Η εταιρεία διατηρεί δικές τις εγκαταστάσεις μεταποίησης και τυποποίησης. Σε ετήσια βάση υλοποιεί πάγιες επενδύσεις ύψους 500 χιλ. ευρώ. «Για το 2021 έχουμε προγραμματίσει την δημιουργία νέας αποθήκης πρώτων υλών, ανάπτυξη των εγκαταστάσεων παραγωγής γιαούρτης και προσθήκη εξοπλισμού καθώς και εγκατάσταση νέων θερμοκηπίων».

Πωλήσεις στο σύνολο της βαλκανικής, στις ΗΠΑ, στην Ε.Ε. και στον Καναδά

Ο Βιοαγρός δραστηριοποιείται με εξαγωγές στο σύνολο της βαλκανικής, αλλά και στις Ηνωμένες Πολιτείες, στον Καναδά, στη Σαουδική Αραβία, στη Γαλλία, στο Βέλγιο, στη Γερμανία. «Διαθέτουμε στο εξωτερικό προϊόντα όπως φρουτολαχανικά, όσπρια, γιαούρτι, χυμό ρόδι».

Παρουσία σε μεγάλα σούπερ μάρκετ

Η Βιοαγρός είναι παρούσα στα ράφια και αρκετών μεγάλων αλυσίδων σούπερ μάρκετ όπως ο Σκλαβενίτης, τα my Market και ο Γαλαξίας αλλά και σε μικρότερου βεληνεκούς επιχειρήσεις με επιλεγμένο προϊοντικό μείγμα όπως είναι ο Θανόπουλος ή μικρά σημεία λιανικής, βιολογικών και delicatessen. Αναφορικά με την ισορροπία που καλείται να εξυπηρετήσει η επιχείρηση για να είναι παρούσα στα σούπερ μάρκετ, όπου υφίστανται πιέσεις για καλύτερες τιμές και προσφορές από πλευράς των αλυσίδων, ο κύριος Παπαδόπουλος εξηγεί ότι χρειάζεται συνεχής παρακολούθηση των προϊόντων στα ψυγεία και στα ράφια, διαρκής διαθεσιμότητα προϊόντων, προωθητικές ενέργειες. «Πρόκειται για μία διαδικασία με πολύ υψηλό κόστος. Είναι δύσκολο να διατηρήσουμε τις τιμές στα επίπεδα που προτιμούμε στα ράφια. Σε κάθε περίπτωση θα θέλαμε να πουλάμε φθηνότερα, αλλά δεν είναι εφικτό λόγο του υφιστάμενου κόστους παραγωγής».

 «Είμαστε ό,τι τρώμε»

«Σε κάθε περίπτωση είναι σημαντικό να επενδύουμε χρήματα για να αναπτύξουμε την διατροφική νοοτροπία του καταναλωτή, ούτως ώστε να τον ωθήσουμε προς την κατανάλωση ποιοτικών προϊόντων και όχι απλά φθηνών προϊόντων ή κωδικών που βρίσκονται σε προσφορά. «Αυτό που νομίζει κανείς ότι κερδίζει με τη χαμηλότερη τιμή στο ράφι, το χάνει σε ποιότητα, διότι για να υπάρξει αυτή η τιμή έχουν γίνει συμβιβασμοί. Και εμείς δεν συμβιβαζόμαστε σε αυτόν τον τομέα. Αυτό που πρέπει να καταλάβει ο κόσμος είναι το γεγονός πως είμαστε ό,τι τρώμε».

Στο προσεχές χρονικό διάστημα η εταιρεία με έδρα την Πέλλα θα φέρει στην αγορά βιολογικά παιδικά γιαούρτια από κατσικίσιο γάλα χωρίς ζάχαρη καθώς και ελαφρύ κατσικίσιο γιαούρτι.

Η Βιοαγρός σε αριθμούς

Κύκλος εργασιών

2020: +15% (εκτίμηση)

2019: 7,97 εκατ. ευρώ

2018: 8,5 εκατ. ευρώ

Καθαρά κέρδη

2019: 474,9 χιλ. ευρώ

2018: 89,47 χιλ. ευρώ

Ποσοστό εξαγωγών: 30% του τζίρου

Πηγή: agronews.gr