Ως συνολική γονιμότητα ενός εδάφους μπορεί να οριστεί το ποσό των αποθηκευμένων θρεπτικών συστατικών υπό σχετικώς αφομοιώσιμη μορφή για τα φυτά και συνδέεται με την περιεκτικότητα σε οργανική ουσία για ένα συγκεκριμένο αγρό. Η συνολική γονιμότητα εκτιμάται με την περιεκτικότητα σε οργανική ουσία ή σε ολικό Ν και μεταβάλλεται λίγο από έτος σε έτος, ως αποτέλεσμα της μεσολάβησης της κάθε καλλιέργειας.

Η πραγματική γονιμότητα χαρακτηρίζεται από την ποσότητα των θρεπτικών στοιχείων υπό αμέσως διαθέσιμη μορφή για το φυτό. Εκτιμάται συνήθως με βάση την περιεκτικότητα σε ανόργανο Ν και μεταβάλλεται γρήγορα ως συνέπεια της κάθε καλλιέργειας και των καιρικών συνθηκών.

Ένα έδαφος θεωρείται πλούσιο σε οργανική ουσία και άρα επομένως γόνιμο, όταν περιέχει ολικό Ν περισσότερο από 1,5%, μετρίως πλούσιο όταν περιέχει 1-1,5% ( 300-900kg/στρ ) και φτωχό όταν περιέχει λιγότερο από 1%. Για τον μελλοντικό καθορισμό όμως των αναγκών σε λίπανση, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η μορφή του Ν ( οργανική, ανόργανη ). Για την ανοργανοποίηση του Ν σημασία έχει και η σχέση C/N της οργανικής ουσίας.

Το είδος του φυτού επηρεάζει την γονιμότητα ενός εδάφους. Γενικώς τα σκαλιστικά με την συνεχή καλλιέργεια και την αύξηση του αερισμού του εδάφους που λαμβάνει χώρα, οδηγούν σε εντονότερη μείωση της οργανικής ουσίας και συνεπώς και της γονιμότητας του εδάφους σε σχέση με τις μη σκαλιστικές και υπό πυκνής φύτευσης καλλιέργειες. Πολυετείς καλλιέργειες με καθόλου ενδιάμεση κατεργασία εδάφους ( αγροστώδη και κυρίως τα ψυχανθή χορτοδοτικά ), μπορεί να αυξήσουν την γονιμότητα του εδάφους ενός αγρού. Το τελευταίο ισχύει και για τα ψυχανθή εφόσον συνδέεται η γονιμότητα με την περιεκτικότητα του εδάφους σε Ν.