«Στις νέες λαϊκές αγορές θα έχουν θέση όλοι οι επαγγελματίες και παραγωγοί πωλητές, οι οποίοι, οι ίδιοι και οι οικογένειές τους, θέλουν πλέον να εργάζονται και να εξυπηρετούν το καταναλωτικό κοινό μέσα σε συνθήκες ασφάλειας, διαφάνειας και σταθερότητας».

Αυτό υπογραμμίζει η Παναττική Ομοσπονδία Σωματείων Επαγγελματιών Πωλητών Λαϊκών Αγορών (ΠΟΣΠΛΑ), με αφορμή τη συμμετοχή της στον διάλογο με το υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων για την κατάρτιση του σχεδίου νόμου που αφορά στον εκσυγχρονισμό των λαϊκών αγορών.

Η ΠΟΣΠΛΑ, σε ανακοίνωσή της επισημαίνει ότι η διαδικασία του διαλόγου θα συνεχιστεί, τόσο με την ανάρτηση του σχεδίου νόμου στη δημόσια διαβούλευση, όσο και στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής.

Όπως υπογραμμίζει η ομοσπονδία: «Σε όλη αυτή τη διαδικασία η ΠΟΣΠΛΑ θα συμμετέχει ενεργά επιχειρώντας να βελτιώσει ακόμη περισσότερο τις διατάξεις του σχεδίου νόμου και καλούμε αυτούς που καταγγέλλουν και που από τη πρώτη στιγμή απέρριψαν το σχέδιο νόμου, αυτούς που απειλούν με αγωνιστικές κινητοποιήσεις και μαύρες σημαίες στους πάγκους, αυτούς που απαιτούν παραιτήσεις, να πράξουν το ίδιο και να προσέλθουν στον διάλογο, με αίσθημα ευθύνης απέναντι στους συναδέλφους μας, καταθέτοντας προτάσεις που υπηρετούν το σύνολο και όχι τα πρόσωπα».

 Η ΠΟΣΠΛΑ υπογραμμίζει ότι οι βασικοί άξονες των θέσεων της είναι:

1. Διαφάνεια στις σχέσεις της Πολιτείας με τους πωλητές των λαϊκών αγορών, το οποίο επιτυγχάνεται με την εισαγωγή της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, δίνοντας τέλος στον παραγοντισμό, σε σχέση με την αδειοδότηση, τη χορήγηση θέσης, την αλλαγή αγοράς και την αλλαγή κατηγορίας επαγγέλματος, αφού πλέον αυτά θα γίνονται με επιλογή, βάση της μοριοδότησης, αλλά και μία άλλη σειρά σχετικών ρυθμίσεων που προβλέπονται στο κείμενο του νομοσχεδίου.

2. Ισονομία αναφορικά με τη δραστηριότητα των πωλητών (επαγγελματιών -παραγωγών), αφού εισάγει την τήρηση κανόνων ΔΙΙΕΠΠΥ από όλους, την ίδια στιγμή που καθιερώνει τον ψηφιακό πρωτογενή έλεγχο, επίσης για όλους, που σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία του υπουργείου Οικονομικών, αναδεικνύει τις λαϊκές αγορές, το μοναδικό δημόσιο χώρο άσκησης εμπορικής δραστηριότητας στην επικράτεια, ως σημείο άσκησης υγιούς ανταγωνισμού προς όφελος της εθνικής οικονομίας και των καταναλωτών.

3. Εκσυγχρονίζει τον θεσμό των λαϊκών αγορών, εισάγοντας την ορολογία για «πρότυπες λαϊκές αγορές», σύμφωνα με τις σύγχρονες ανάγκες των τοπικών κοινωνιών σε κάθε περιφέρεια της χώρας, δίνοντας παράλληλα τη δυνατότητα διεκδίκησης χρηματοδοτήσεων από την πλευρά των φορέων λειτουργίας (δήμοι και περιφέρειες).

4. Ενισχύει την επιχειρηματικότητα και την ανάπτυξη των επαγγελματιών και παραγωγών πωλητών, προσφέροντας, για πρώτη φορά στην ιστορία του θεσμού, «εργαλεία» για την περαιτέρω επαγγελματική ανάπτυξη-ενίσχυση των πωλητών, δημιουργώντας παράλληλα χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας. Εντάσσει τους πωλητές των λαϊκών αγορών στον επιμελητηριακό θεσμό, δίνοντας τους έτσι πρόσβαση σε ευρωπαϊκά προγράμματα χρηματοδότησης (ΕΣΠΑ). Εισάγει τη δυνατότητα δημιουργίας ψηφιακών καταστημάτων (e-shops) και διανομής κατ’ οίκον (delivery). Δίνει τη δυνατότητα στους αδειούχους πωλητές, επαγγελματίες και παραγωγούς να συνεταιριστούν επιτυγχάνοντας έτσι οικονομίες κλίμακας, που μετακυλίονται στον τελικό καταναλωτή. Επιπλέον, δίνει τη δυνατότητα σε ΚΟΙΝΣΕΠ για παροχή υπηρεσιών προς τους πωλητές.

5. Επιτρέπει στις περιφέρειες και τους δήμους της χώρας ως φορείς λειτουργίας να επιλέξουν το «εργαλείο» διαχείρισης των λαϊκών αγορών αλλά και της υλοποίησης του νόμου. Είτε διατηρώντας την υφιστάμενη διοικητική δομή, είτε συστήνοντας νέα νομικά πρόσωπα σύμφωνα με τις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες του τόπου τους.