Η προσθήκη οσπρίων όπως τα μπιζέλια, τα φασόλια, οι φακές και τα ρεβίθια στις ευρωπαϊκές εναλλαγές καλλιεργειών θα μπορούσε να είναι η απάντηση σε πιο βιώσιμες γεωργικές πρακτικές στην Ευρώπη.

Λόγω της συμβιωτικής σχέσης με τα βακτήρια, μπορούν να πάρουν όλο το άζωτο που χρειάζονται απλώς από τον αέρα γύρω τους. Αυτό σημαίνει ότι τα όσπρια δεν χρειάζονται λιπάσματα, αλλά επίσης εμπλουτίζουν το έδαφος γύρω τους με άζωτο που μπορεί να μειώσει την ανάγκη για επιβλαβή λιπάσματα για άλλες καλλιέργειες οσπρίων στο μέλλον.

Μελέτη από το Πανεπιστήμιο του Λίμερικ που δημοσιεύθηκε στο Frontiers in Sustainable Food Systems, ισχυρίζεται ότι η προσθήκη οσπρίων σε παραδοσιακές εναλλαγές καλλιεργειών, οι οποίες συνήθως περιλαμβάνουν κριθάρι, σιτάρι και ελαιοκράμβη, θα μπορούσε να έχει σημαντικά περιβαλλοντικά οφέλη και να προσφέρει μεγαλύτερη θρεπτική αξία για τους ανθρώπους και τα ζώα.

Τα συμβατικά λιπάσματα που χρησιμοποιούνται από τους περισσότερους αγρότες μπορεί να είναι επιβλαβή για το περιβάλλον. Αλλά για μεγάλο χρονικό διάστημα, ήταν ο μόνος τρόπος με τον οποίο οι αγρότες μπορούσαν να παράσχουν στις καλλιέργειες τους άζωτο, το οποίο είναι ένα κρίσιμο θρεπτικό συστατικό για την ανάπτυξη. Η παραγωγή αυτών των λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες ενέργειας και εξαντλούν τους πεπερασμένους πόρους, ενώ ρυπαίνουν επίσης το περιβάλλον.

Τα όσπρια είναι επίσης μια από τις πιο πλούσιες σε θρεπτικά συστατικά καλλιέργειες, παρέχοντας πρωτεΐνες, φυλλικό οξύ, φυτικές ίνες, κάλιο, μαγνήσιο, σίδηρο και βιταμίνες.

Σύμφωνα με τη μελέτη, η εισαγωγή οσπρίων στις εναλλαγές των καλλιεργειών θα μπορούσε να συμβάλει σε μεταβάσεις υγιεινής και βιώσιμης διατροφής. Παρά τα σχετικά οφέλη, τα όσπρια δεν καλλιεργούνται ευρέως στην Ευρώπη, καλύπτοντας μόνο το 1,5% της ευρωπαϊκής αρόσιμης γης, σε σύγκριση με το 14,5% παγκοσμίως. Εν τω μεταξύ, μεγάλες ποσότητες σόγιας εισάγονται στην Ευρώπη ως ζωοτροφές πλούσιες σε πρωτεΐνες, από χώρες όπου η παραγωγή τους μπορεί να οδηγήσει στην αποψίλωση των δασών. Ως εκ τούτου, η εισαγωγή οσπρίων στις ευρωπαϊκές εναλλαγές καλλιεργειών θα μπορούσε να διαδραματίσει βασικό ρόλο στη στρατηγική «Farm to Fork» της Ευρώπης, αλλά η τρέχουσα βάση αποδεικτικών στοιχείων είναι κατακερματισμένη σε μελέτες που αξιολογούν συνήθως συγκεκριμένες πτυχές της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας και της διατροφής μεμονωμένα.