“Είναι επιτακτικής σημασίας ένας ορθολογικός σχεδιασμός προγραμμάτων αγροτικής εκπαίδευσης και κατάρτισης που θα περιλαμβάνουν στρατηγικό και λειτουργικό προγραμματισμό” γράφει μεταξύ άλλων σε άρθρο της στο facebook, η γεωπόνος Αναστασία Ν. Σαρχόσογλου.


Αναλυτικά το άρθρο:
“Ένα ίσως από τα πιο υποβαθμισμένα θέματα που σχετίζονται με την αγροτική παραγωγή αποτελούν η αγροτική εκπαίδευση και κατάρτιση. Για τους περισσότερους, οι δύο έννοιες (εκπαίδευση και κατάρτιση) είναι ταυτόσημες και για το λόγο αυτό στη ρύμη του λόγου χρησιμοποιείται κυρίως η εκπαίδευση και σχεδόν ποτέ η κατάρτιση.
Ως εκπαίδευση νοούμε τη τυπική εκπαίδευση (πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια), ενώ με τον όρο κατάρτιση χαρακτηρίζουμε τη μαθησιακή διεργασία που έχει περιορισμένους, συγκεκριμένους στόχους και αποσκοπεί κυρίως στη διδαχή «ορθών» τρόπων μάθησης που οδηγούν στην ανάπτυξη δεξιοτήτων. Ειδικότερα, η εκπαίδευση ενηλίκων καλύπτει μη επαγγελματικές, επαγγελματικές, γενικές, τυπικές και μη τυπικές σπουδές, καθώς επίσης και την εκπαίδευση που έχει συλλογικό σκοπό (ΟΟΣΑ, 1977). Η μη τυπική εκπαίδευση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη δια βίου μάθηση. Δεν πρόκειται για έννοιες κοινές, αλλά για έννοιες που έχουν σημεία σύμπτωσης. Τα προγράμματα δομών μη τυπικής εκπαίδευσης αποδεδειγμένα ανταποκρίνονται αποτελεσματικότερα όταν καλύπτουν τις εκπαιδευτικές ανάγκες των ενηλίκων.
Στη χώρα μας οι δομές που προσφέρουν εκπαίδευση και κατάρτιση σε όσους απασχολούνται ή επιθυμούν να απασχοληθούν στον αγροτικό χώρο είναι τόσο στο πλαίσιο της επαγγελματικής εκπαίδευσης (ΕΠΑΛ, ΕΠΑΣ) όσο και στο πλαίσιο της κατάρτισης (αρχικής και συνεχιζόμενης)
Παρόλα αυτά και σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης η Ελλάδα κατέχει από τις χαμηλότερες θέσεις σε επίπεδο γνώσεων των αρχηγών των γεωργικών εκμεταλλεύσεων (μόλις 0,6%, όταν η Γαλλία και η Λετονία κατέχουν 34.9 % και 31.3 % και είναι τα υψηλότερα ποσοστά στην ΕΕ).
Το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο των αγροτών της χώρας μας αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης από τις αρχές της δεκαετίας του ’50. Παρόλο που υπήρξαν πολιτικές για την αντιμετώπιση του φαινομένου (δημιουργία ΚΕΓΕ, επιμορφωτικά προγράμματα) δεν υπήρξαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Σε ένα μεγάλο βαθμό η απροθυμία των αγροτών στο να ενταχθούν σε προγράμματα επιμόρφωσης σχετίζεται με την κουλτούρα της υπαίθρου που δεν θεωρεί ως αναγκαιότητα την απόκτηση γνώσεων για την άσκηση του αγροτικού επαγγέλματος. Σε ένα εξίσου σημαντικό βαθμό τα προγράμματα για αγρότες δημιουργήθηκαν χωρίς σαφή προσανατολισμό και με απώτερο σκοπό την απορρόφηση των κοινοτικών κονδυλίων. Το παράδοξο που εμφανίζεται σήμερα, είναι ότι ενώ ο αριθμός των αποφοίτων των γεωπονικών σχολών έχει αυξηθεί σημαντικά, εξακολουθεί να είναι χαμηλός ο αριθμός των αγροτών που συμμετέχουν σε εκπαιδευτικά προγράμματα. Αυτό έχει ως συνέπεια να δημιουργείται ένα κενό ανάμεσα σε όσους «διαχειρίζονται» την ύπαιθρο και σε όσους «εργάζονται» σε αυτήν.
Για το λόγο αυτό είναι επιτακτικής σημασίας ένας ορθολογικός σχεδιασμός προγραμμάτων αγροτικής εκπαίδευσης και κατάρτισης που θα περιλαμβάνουν στρατηγικό και λειτουργικό προγραμματισμό. Ένα ενδεικτικό πλαίσιο γύρω από τον σχεδιασμό των προγραμμάτων αγροτικής εκπαίδευσης και κατάρτισης θα μπορούσε να περιλαμβάνει:
α) την παροχή κινήτρων για όσους συμμετέχουν σε εκπαιδευτικά πρόγραμμα και θέλουν να ασχοληθούν με τον αγροτικό τομέα, αλλά και σε όσους είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες
β) την αντιμετώπιση των εμποδίων που κρατούν τους ενδιαφερόμενους μακριά από την εκπαίδευση ή κατάρτιση. Για παράδειγμα τα μακροχρόνια εκπαιδευτικά προγράμματα δεν είναι κατάλληλα για ενήλικες, καθώς και η λάθος επιλογή εφαρμογής των προγραμμάτων σε χρονικές περιόδους που έχουν φόρτο εργασίας, η συγκέντρωση των φορέων που υλοποιούν προγράμματα σε αστικά κέντρα (μακριά από την πρωτογενή παραγωγή) κ.α.
γ) την επιλογή της ομάδας – στόχου και την προσαρμογή του προγράμματος σπουδών στις εκπαιδευτικές ανάγκες της κάθε ομάδας στόχου. Για παράδειγμα διαφορετικά σχεδιασμένο θα πρέπει να είναι ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα που απευθύνεται σε ερασιτέχνες μελισσοκόμους και διαφορετικά ένα πρόγραμμα που απευθύνεται σε επαγγελματίες
δ) τη διαμόρφωση του κατάλληλου εκπαιδευτικού υλικού από επιστήμονες γνώστες των αντικειμένων
ε) την επιλογή του εκπαιδευτικού προσωπικού, οι οποίες εκτός από τις απαιτούμενες επιστημονικές γνώσεις θα πρέπει να έχουν εμπειρία (ή επιμόρφωση) στην εκπαίδευση
Ο στρατηγικός σχεδιασμός των προγραμμάτων θα πρέπει να γίνει σύμφωνα με τις ανάγκες της κάθε τοπικής κοινωνίας. Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται ένας οριζόντιος προγραμματισμός οριζόντιος (για όλη τη χώρα) ώστε ανάλογα με τις ανάγκες της κάθε περιοχής να επιμορφώνεται ο πρωτογενής τομέας, χωρίς να παρατηρείται συγκέντρωση αντικειμένων σε ορισμένες μόνο περιφέρειες. Ανάλογα με το ποιες είναι οι σημαντικότερες καλλιέργειες/εκτροφές ανά περιοχή να επιλέγονται εκείνα τα γνωστικά αντικείμενα που θα φέρουν μεγαλύτερης ανταπόκρισης. Για τα εκπαιδευτικά προγράμματα απαιτείται να γίνονται μελέτες βιωσιμότητας ώστε να μην παρατηρηθεί σε βάθος χρόνου το φαινόμενο να ανοίγουν σχολές και μετά από ένα σύντομο χρονικό διάστημα να κλείνουν.
Το σημαντικότερο όμως από όλα είναι να αναδειχθεί η σημασία της αγροτικής εκπαίδευσης και κατάρτισης για τον πρωτογενή τομέα. Η διαμόρφωση μίας κουλτούρας είναι εκ των πραγμάτων μία διαδικασία χρονοβόρα και δύσκολη γιατί σε ένα σημαντικό βαθμό διαμορφώνει αντιλήψεις μέσα σε κοινωνίες. Παρόλα αυτά και λαμβάνοντας υπόψη την εμπειρία άλλων χωρών το αποτέλεσμα θα δικαιώσει την προσπάθεια και το αγροτικό επάγγελμα θα αναβαθμιστεί και θα αποκτήσει προστιθέμενη αξία”.
Αναστασία Ν. Σαρχόσογλου
Γεωπόνος Επιστ. Τροφίμων MSc