Ο κλάδος τροφίμων και ποτών καλύπτει το 35 % της βιομηχανικής παραγωγής στην Ελλάδα, έναντι 15 % κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αντίστοιχα, η αγροτική παραγωγή αντιπροσωπεύει το 5,1 % της προστιθέμενης αξίας, έναντι 2,7 %
στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι εξαγωγές ελληνικών τροφίμων και ποτών κατέγραψαν αύξηση κατά 60 % την προηγούμενη δεκαετία, και αντιπροσωπεύουν πλέον το 23 % των εξαγωγών προϊόντων έναντι 7 % κατά μέσο όρο στην Ευρώπη. Ο αγροδιατροφικός τομέας επέδειξε εντυπωσιακή ανθεκτικότητα και κατά την περίοδο της πανδημίας αφού το περασμένο έτος κατέγραψε αύξηση των εξαγωγών του κατά 11 %.

“Όπως όλοι ξέρουμε, η Γερμανία και η Ιταλία αποτελούν τις μεγαλύτερες εξαγωγικές μας αγορές. Στη Γερμανία, οι ελληνικές εξαγωγές τροφίμων και ποτών αυξήθηκαν κατά 115 εκατ. ευρώ το περασμένο έτος έφθασαν, όπως ανέφερε και ο Γενικός Πρόξενος τα 845 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 38 % των εξαγωγών μας προς τη Γερμανία” τόνισε σε ομιλία του ο προϊστάμενος Γραφείου ΟΕΥ Μονάχου, Ν. Μπελιάς.

Στη συνέχεα ανέφερε ότι “λόγω των μεγάλων αλλαγών και ανακατατάξεων που σημειώθηκαν στο χώρο του λιανικού εμπορίου, με την αυξανόμενη επέκταση και ενίσχυση του ρόλου των μεγάλων αλυσίδων καταστημάτων λιανικής πώλησης την τελευταία εικοσαετία, λίγα μόνο αγροτικά προϊόντα μας κατέχουν σήμερα αξιόλογα μερίδια στη γερμανική αγορά. Αναφέρουμε ενδεικτικά τα σπαράγγια, τις ελιές, αγγούρια, πιπεριές, τα νωπά σταφύλια, ακτινίδια, φράουλες, ροδάκινα, κεράσια, βερίκοκα, εσπεριδοειδή (με μερίδιο 1,9 % έναντι 72 % της Ισπανίας), καρπούζια και πεπόνια (1,4 % των γερμανικών εισαγωγών όταν η Ισπανία έχει μερίδιο 53 %)”.